–Τά σα­ραν­τα­λε­ί­τουρ­γα παι­διά μου ἔ­χου­νε με­γά­λη ἀ­ξί­α γιά τίς ψυ­χές τῶν ἀν­θρώ­πων. Γιά το­ύς ζῶν­τες καί το­ύς τε­θνε­ῶ­τας. 
Ἄν εἴ­χα­τε ἀ­κο­ύ­σει, πρό ἐ­τῶν, ἕ­να κα­ρά­βι πού βυ­θί­στη­κε ἐ­δῶ στήν Κρή­τη τό »Ἡράκλειο»… Λοι­πόν, μί­α γυ­ναῖ­κα μέ πῆ­ρε. Πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο, καί λέ­ει:
-Πάτερ, οἱ συγ­γε­νεῖς μας πνί­γη­καν στό κα­ρά­βι».
–Τήν ρώτησα: Δέν θά κά­νης μνη­μό­συ­νο στόν ἄν­δρα σου, στούς συγ­γε­νεῖς σας;
–Μπά… δέν χρει­ά­ζον­ται τά μνη­μό­συ­να, λέ­ει. Ἐ­γώ ἔ­δω­σα 5.000 στό Ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο τῆς Χαλ­κί­δος. Τό ἴ­διο εἶ­ναι. Πάτερ μου, ἐ­σύ τί λές γι᾿ αὐ­τό; 
–Λέω, ἄ­κου­σε παι­δί μου νά σοῦ πῶ, ἐ­φό­σον μέ ρω­τᾶ­τε. Ἄλ­λο, παι­δί μου, ἡ προ­σευ­χή και ἄλ­λο ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Ἄλ­λο, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἡ προ­σευ­χή πού κά­νου­με μέ τό μνη­μό­συ­νο. Δι­ό­τι, ἔ­τσι τά βρή­κα­με. Ἔ­τσι εἶ­ναι. Καί ἀ­πό το­ύς Ἀ­πο­στο­λι­κο­ύς χρό­νους, ἀλ­λά, καί ἀ­πό τίς ἡ­μέ­ρες πού ἦ­ταν ὁ Μωϋσῆς, ὁ Προ­φή­της τῆς Π. Δι­α­θή­κης. Ὅ­ταν ἀ­πέ­θα­νε, λέ­ει, δί­ναν ἐ­λε­η­μο­σύ­νες καί κἄ­ναν μνη­μό­συ­να… καί αὐ­τά δί­ναν τό­τε. Γιά τήν ψυ­χή τοῦ Μω­ϋ­σῆ καί το­ύς Ἁ­γί­ους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Αὐ­τά παι­διά μου, εἶ­ναι ἐξ ἀ­μνη­μο­νε­ύ­των χρό­νων. Εἶ­ναι αἰ­ῶ­νες ὁ­λό­κλη­ροι, δέν μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νά κόψη αὐ­τά τά πράγ­μα­τα.
Γι᾿ αὐ­τό τῆς εἶ­πα καί ᾿γώ ἔ­τσι. Καί ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη πι­ά­νει τήν ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀλ­λά, ἄλ­λο τό μνη­μό­συ­νο, ἡ προ­σευ­χή. Δι­ό­τι βγά­ζουν με­ρί­δα στήν Ἁ­γί­α Πρό­θε­ση καί τίς με­ρί­δες αὐ­τές τίς μεταφέρουν Ἄγγελοι στόν οὐρανό. 
–Ἐμεῖς ἐδῶ ση­κω­νό­μα­στε τή νύ­χτα γιά νά μνη­μο­νε­ύ­σου­με αὐ­τά τά ὀ­νό­μα­τα. Ἔχου­με χι­λι­ά­δες ὀ­νό­μα­τα, πε­ρί­που 20-30 χι­λι­ά­δες ὀ­νό­μα­τα. Εἶ­ναι εὐ­ερ­γέ­ται τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ πρίν 38 χρό­νια πού ἦρ­θα στό Μο­να­στή­ρι. Ἄλ­λος μέ ἔ­δω­σε αὐ­τό τό πο­τη­ρά­κι, ἄλ­λος αὐ­τό τό φλυ­τζα­νά­κι, αὐ­τό τό νάϋλον, ἄλ­λος τή λάμ­πα, ἄλ­λος μία εἰ­κο­νί­τσα, ἄλ­λος ἕ­να κα­δρά­κι, ἄλ­λος ἐ­κεῖ­νον τόν μπου­φέ, ἄλ­λος ἕ­να ρο­λό­ϊ, καί ἔ­χω τά ὀ­νό­μα­τά τους ἀ­πό τό 1952 πού χει­ρο­το­νή­θη­κα ἱ­ε­ρέ­ας τοῦ Ὑ­ψί­στου καί τά μνη­μο­νε­ύ­ω. Αὐ­τοί φύ­γαν ἀπ᾿ τή ζωή, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι.
Τά σα­ραν­τα­λε­ί­τουρ­γα παι­διά μου βοηθοῦν πολύ. Ἔχει με­γά­λη ἀ­ξί­α ἡ με­ρί­δα πού μοι­ρά­ζει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας καί δι­α­βά­ζου­με αὐ­τά τά ὀ­νό­μα­τα. Τά πα­ίρ­νει κά­θε πρωΐ Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου, δι­ό­τι τήν ὥ­ρα πού ἀρ­χί­ζει ἡ προ­σκο­μι­δή κα­τε­βα­ί­νουν Ἄγ­γε­λοι Κυ­ρί­ου. Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος ἔ­βλε­πε τήν ὥρα πού ἄρ­χι­ζε ἡ προ­σκο­μι­δή, ἀπ᾿ τή σκε­πή ἀ­πά­νω τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, νά πε­τᾶ­νε λευ­κο­φό­ρα παλ­λη­κά­ρια, Ἄγ­γε­λοι Κυ­ρί­ου. Καί σέ κά­θε Χρι­στια­νό στε­κό­ταν Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου, ὁ φύ­λα­κας τοῦ ἀν­θρώ­που, τῆς ζω­ῆς του. Καί μέ­σα τό Ἱ­ε­ρό γε­μᾶ­το Ἄγ­γε­λοι καί ἔ­παιρ­ναν τήν ἀ­να­φο­ρά αὐ­τή, τήν πᾶ­νε στόν θρό­νο τοῦ Θε­οῦ. Ἔ­τσι παι­διά μου εἶ­ναι αὐ­τά, για­τί »ἐν τῷ Ἅ­δη οὐκ ἔ­στι με­τά­­νοια», τά ᾿λε­γε ἕ­νας Πα­τρι­άρ­χης. 
Πρέ­πει νά εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἅ­γιοι, ἔ­λα ὅ­μως πού εἴ­μα­στε καί ἄν­θρω­ποι. Ἐ­μεῖς ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, δι­ό­τι ὁ ἱ­ε­ρέ­ας εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρος καί ἀ­πό τόν Βα­σι­λέ­α.
Γέροντος Ἰακώβου Τσαλίκη, Ἀπομαγνητοφωνημένη συζήτηση. Επιμέλεια: Ρωμνιός
Πηγή: synaxipalaiochoriou.blogspot.gr

 

0 Σχόλια

Άφησε ένα σχόλιο

©2017 Eikonografies.com - Community & Media Όροι χρήσης | Cookies | Επικοινωνία | Design and Development by Studio el Greco

Κοινοποιήσεις
ή

Συνδεθείτε με τα στοιχεία σας

ή    

Ξεχάσατε τα στοιχεία σας;

ή

Create Account