Ἀσφαλῶς δέν εἶναι μόνο τό βλέμμα καί τό χαμόγελο ἑνός ἀνθρώπου πού ἐπιδροῦν σ’ ἕναν ἄλλον.
Ἕνα πρόσωπο μπορεῖ νά μᾶς εἶναι κάποτε συμπαθητικό ἤ ἀντιπαθητικό, μόνο καί μόνο ἐξ αἰτίας τῆς φωνῆς του.
Ὑπάρχουν φωνές κρύες, θερμές, ἄτονες, δυνατές, χαϊδευτικές, ὀξεῖες, ἁπαλές, σταθερές, ἄστατες, τόσες φωνές, τέλος, ὅσες καί ψυχές. Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τή φωνή του, ὅπως καί τήν ψυχή του.
Ἕνα πεπειραμένο αὐτί μπορεῖ νά καταλάβη ἀμέσως ἀπό τόν ἦχο τῆς φωνῆς, ἄν ὁ ἄνθρωπος πού τοῦ μιλάη, εἶναι ἐγωιστής καί ψυχρός ἤ ἄν, ἀπεναντίας, εἶναι μία φύση θερμή, καλή καί γενναία.
Εἶναι ἐξακριβωμένο ἀκόμα, ὅτι τά πρόσωπα πού εἶναι πλασμένα γιά τόν ἔρωτα, γιά τό πάθος, γιά τίς κατακτήσεις τῶν γυναικείων ἤ τῶν ἀνδρικῶν καρδιῶν, ἔχουν πάντα ὡραία φωνή, γλυκειά, συμπαθή.
Ἡ φωνή ἑνός ἀνθρώπου ἐρωτιάρη – πῶς ἀλλιῶς νά τό ποῦμε; – ἔχει μιά μεταλλική ἀπήχηση, ἐπιβλητική καί θερμή συγχρόνως, βαθειά καί συγκινητική.
Οἱ φυσιοδίφες μάλιστα, διατείνονται ὅτι ὁ ἐρωτικός πόθος ἀλλάζει τόν ἧχο τῆς φωνῆς καί τῶν ζώων καί τῶν πουλιῶν ἀκόμα. Ἔτσι, ὁ Γάλλος φυσιοδίφης Ζόρζ Λουΐ Λεκρέρκ (1707 – 1788), λέει γιά τό τραγούδι τῶν ἀηδονιῶν:
«Εἶναι ἀληθινοί στεναγμοί ἔρωτα καί ἡδονῆς, εἶναι παράπονα μελωδικά, ἐξομολογήσεις μουσικές τά κελαϊδήματα τῶν ἀηδονιῶν τήν ἄνοιξη. Βγαίνουν κατ’ εὐθεῖαν ἀπό τή μικρή τους καρδιά καί κάνουν τίς ἄλλες καρδιές νά πάλλωνται, μεταδίδοντάς τους μιά γλυκύτατη συγκίνηση. Πῶς ἀπό τά μικροσκοπικά ἐκεῖνα στήθη βγαίνει τόση πλούσια ἁρμονία; Εἶναι, ἁπλούστατα, ὁ ἔρωτας πού ἐμπνέει στά πουλιά τό κελάηδημά τους, εἶναι ἡ ἄνοιξη πού ζωντανεύει τούς ἐρωτικούς τους πόθους καί τά προστάζει ν’ ἀγαπήσουν καί νά τραγουδήσουν. Καί καθώς τ’ ἀρσενικά ἀηδόνια νιώθουν περισσότερο τόν ἐρωτικό πόθο, αὐτά καί τραγουδοῦν περισσότερο».
Ἡ φωνή δέ ρυθμίζεται μόνο ἀπό τά ἐρωτικά πάθη, ἀλλά κι ἐμπνέει τόν ἔρωτα.
Μία γυναῖκα ὄμορφη, μέ θερμή ψυχή καί φωνή ἐναρμονισμένη μέ τόν τύπο της, μιά φωνή πού βγαίνει ἀπ’ τά βάθη τῆς καρδιᾶς της, μπορεῖ νά εἶναι βέβαιη πώς θά λατρεύεται ἀπ’ ὅλους, ὅσους τήν πλησιάζουν. Ἄν, ἀντίθετα, ἡ φωνή της δέν εἶναι ἁρμονική, τότε καί τ’ ἄλλα της φυσικά καί ψυχικά χαρίσματα θά χάσουν πολύ ἀπ’ τήν ἀξία τους καί θά ἀσκοῦν μικρότερη ἐπιρροή πάνω στούς ἄνδρες.
Ὑπάρχουν πολύ ὄμορφες γυναῖκες, οἱ ὁποῖες, ὅμως, δέ γοητεύουν καθόλου, καί συχνά διερωτᾶται κανείς πῶς, ἐνῶ εἶναι τόσο ὡραῖες, δέν μποροῦν νά θέλξουν, δέν ἐμπνέουν οὔτε πόθο, οὔτε πραγματική ἀγάπη. Ἔ, λοιπόν, ἄν μιά ὄμορφη γυναῖκα δέ γοητεύη, παρ’ ὅλες τίς φυσικές της χάρες, αὐτό συμβαίνει γιατί ἔχει φωνή χωρίς ζωή καί χωρίς θερμότητα.
Ἐπίσης καί φωνές προσποιητές. Ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ποτέ νά ξεγελάση μέ τή φωνή του. Ἡ «ψεύτικη» φωνή φαίνεται ἀμέσως.
Μερικές φιλάρεσκες γυναῖκες προσπαθοῦν ν’ ἀλλάξουν τή φωνή τους, νά τήν κάνουν γλυκειά, χαϊδευτική, ἐλκυστική. Μά, ἕνας ἄνθρωπος λίγο πεπειραμένος θά καταλάβη ἀμέσως, ὅτι ἡ φωνή αὐτῶν τῶν γυναικῶν εἶναι «φτιασιδωμένη» – μπορεῖ νά πῆ κανείς – ὅπως καί τό πρόσωπό τους.
Κάποιος τυφλός γιατρός ἔλεγε σχετικά, πώς μόνο ἀπό τή φωνή τους, καταλάβαινε τούς ἀνθρώπους. Καί πρό πάντων ἀπό τόν ἦχο τῆς φωνῆς τους ψυχολογοῦσε τέλεια τίς γυναῖκες. Κάποτε μάλιστα, πῆγε νά τόν συμβουλευτῆ μία κυρία τῆς ἀριστοκρατίας, ἡ ὁποία εἶχε τή φήμη τῆς πιό ἐνάρετης γυναίκας τοῦ κόσμου. Μόλις ὅμως, ἄρχισε νά μιλάη, ὁ γιατρός κατάλαβε στή στιγμή τί ἦταν πραγματικά αὐτή ἡ γυναῖκα, πού ὅλοι τήν νόμιζαν ἁγία. Ἦταν ἡ πιό διεφθαρμένη, ἡ πιό ὑποκρίτρια καί μοχθηρή γυναῖκα τοῦ κόσμου. Ὅταν εἶπε τή γνώμη του γιά τή γυναῖκα αὐτή ὁ γιατρός σέ κάποιο φίλο του, ἐκεῖνος διαμαρτυρήθηκε:
-Μά, εἶναι ἡ τελειότερη, ἡ ἁγνότερη, ἡ θαυμασιώτερη γυναῖκα τῆς γῆς.
Καί ὅμως, ἀργότερα ἀποκαλύφτηκαν ἀφάνταστα σκάνδαλα σέ βάρος τῆς «ἁγνότερης γυναίκας τῆς γῆς».
Προσέχετε τή γυναῖκα πού ἔχει φωνή πολύ χαϊδευτική, πολύ συρτή, τραγουδιστή, σιγανή. Μιά μέρα ἡ γυναῖκα αὐτή μπορεῖ νά σᾶς πληγώση κατάκαρδα. Μήν ἀφήνετε τήν καρδιά σας νά λικνιστῆ ἀπό τήν «μελιτώδη» λεγόμενη φωνή. Ὅσες ἔχουν μιά τέτοια φωνή, εἶναι ὑποκρίτριες, ψεῦτρες, ὕπουλες.
Βέβαια, δέν εἶναι ὡραῖο νά ἔχη ἡ γυναῖκα χοντρή φωνή. Ἡ γυναικεία φωνή πρέπει νά εἶναι, ὅσο τό δυνατό πιό λεπτή καί πιό ἁπαλή ἀπό τήν ἀνδρική. Ὁ λάρυγγας τῆς γυναίκας εἶναι λιγώτερο ἀναπτυγμένος ἀπό τό λάρυγγα τοῦ ἄνδρα καί γι’ αὐτό κι ἡ φωνή της εἶναι λιγώτερο δυνατή καί γεμάτη. Εἶναι βέβαια, καί ζήτημα καλῆς ἀνατροφῆς νά μή φωνάζη δυνατά μιά γυναῖκα, ὅταν μιλάη.
Πάντως, οἱ γυναῖκες πού δέ μιλοῦν φυσικά, ἀλλά τεχνητά, πού ἁπαλύνουν καί γλυκαίνουν ὑπέρ τό δέον τή φωνή τους, εἶναι «σιγανά ποτάμια», κρυφές καί ὕπουλες, σάν γάτες καί σάν φίδια.
Ὡραῖο καί γοητευτικό εἶναι νά ἐναρμονίζεται ἡ φωνή μέ τό σύνολο τοῦ ἀνθρώπου, μέ τό πρόσωπο του, μέ τό παρουσιαστικό του, μέ τίς κινήσεις του.
Ἕνας ἄνδρας με μεγαλοπρεπές ἀνάστημα, με βάδισμα ἐπιβλητικό, μέ χαρακτηριστικά ζωηρά, μέ χρῶμα θερμό, εἶναι φυσικό νά ἔχη καί φωνή ζωηρή, θερμή, ἐπιβλητική. Ἀντίθετα, ἕνας ἄνθρωπος μᾶλλον δειλός, μέ παράστημα μέτριο, μέ πρόσωπο χλωμό, μέ χαρακτηριστικά ἄτονα, εἶναι, βέβαια, φυσικό νά ἔχη μιά φωνή ἀδύνατη, ἄχρωμη, ἄτονη.
Ἡ λυρική φωνή, δηλαδή ἡ τραγουδιστή, ἡ κυματιστή και παλλόμενη φωνή – χωρίς νά εἶναι, ὅμως προσποιητή – φανε-ρώνει μεγάλη αἰσθαντικότητα καί συχνά τάλαντο καλλιτεχνικό. Ἐναρμονίζεται δέ μέ χαρακτηριστικά ἔντονα, ἐκφραστικά καί μέ χρῶμα χλωμό, ἀλλά θερμό.
Ἡ φωνή πού εἶναι φυσική ἤρεμη κι ἁπαλή, φανερώνει ψυχή καλά ἰσορροπημένη.
Ἡ ἀργή και βαρειά φωνή, ἡ χαλιναγωγημένη καί ζυγισμένη εῖναι σημεῖο πνεύματος ἐπιστημονικοῦ, μελετηροῦ. Ἡ κρύα φωνή φανερώνει βαθύ ἐγωισμό. Ἡ μελαγχολική θλιβερή φωνή φανερώνει χαρακτῆρα ἐπίσης μελαγχολικό, κάποτε δειλό καί μυστικό, καί ψυχή πού βασανίζεται ἀπό καταθλιπτικά πάθη.
Ἡ βαρειά καί «σπηλαιώδης» φωνή, δηλαδή πού φαίνεται σάν νά βγαίνη από τό κούφωμα μιᾶς σπηλιᾶς, φανερώνει ἄνθρωπο πεισματάρη και μνησίκακο, καί πάντα, σχεδόν, μανιακό.
Ἡ βραχνή, γρήγορη, ἀπότομη καί κατηγορηματική φωνή, φανερώνει φύση δεσποτική καί βίαιη, θυμώδη καί κάποτε χυδαία.
Ἡ χυδαία φωνή, ἡ πολύ συρτή καί χοντρή, φανερώνει καί χαρακτῆρα χυδαῖο.
Οἱ μελαχροινοί ἄνθρωποι ἔχουν πάντα φωνή πιό βαθειά καί πιο θερμή ἀπό τή φωνή τῶν ξανθῶν. Ἴσως, γιατί οἱ μελα-χροινοί, ὡς μεσημβρινοί, εἶναι θερμώτεροι ἀπό τούς ξανθούς.
Τό τραύλισμα καί ὅλα τά ἐλαττώματα τῆς προφορᾶς φανερώνουν ἤ κακή διάπλαση τῶν φωνητικῶν ὀργάνων ἤ κάποιο ἐλάττωμα ψυχικό, πολύ μεγάλη δειλία ἤ, σχεδόν πάντα, ἔλλειψη θέλησης.
Αὐτά τά ἐλαττώματα, ὅμως, εἶναι δυνατό νά διορθωθοῦν ἤ νά μετριαστοῦν ὁπωσδήποτε, μέ λίγη καλή θέληση καί ὑπομονή.
Πόσοι ρήτορες τραυλοί ἤ βραδύγλωσσοι, δέν κατώρθωσαν νά νικήσουν τά ἐλαττώματα τῆς προφορᾶς τους, μέ τήν ὑπομονή καί τή θέλησή τους;

Περιοδικό «Μπουκέτο», Τόμος ἔτους 1932

0 Σχόλια

Άφησε ένα σχόλιο

©2018 Eikonografies.com - Community & Media Όροι χρήσης | Cookies | Επικοινωνία | Design and Development by Studio el Greco

Αλλάξαμε όνομα και μεταφερθήκαμε.

 

Ελάτε στο el Romio ή απλά στο Ρωμηός

Στις Εικονογραφίες χρησιμοποιούμε cookie προκειμένου να μπορούμε να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία. Μάθετε περισσότερα  OK!

©2016 Eikonografies.com - Community & Media

Αλλάξαμε όνομα και μεταφερθήκαμε.

 

Ελάτε στο el Romio ή απλά στο Ρωμηός

Στις Εικονογραφίες χρησιμοποιούμε cookie προκειμένου να μπορούμε να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία. Μάθετε περισσότερα  OK!

©2016 Eikonografies.com - Community & Media

ή

Συνδεθείτε με τα στοιχεία σας

Ξεχάσατε τα στοιχεία σας;