Ο κος Θεοφάνης Μαλκίδης[*] μας μιλάει για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και της Μ. Ασίας

  

Γεώργιος Τασούδης: κε Μαλκίδη έχετε
αφιερώσει σημαντικό μέρος της ζωής και της δράσης σας για τη μελέτη και κυρίως
για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων σε Πόντο, Θράκη και Μικρά  Ασία. Αρχικά θα σας παρακαλούσα να μας
ορίσετε την έννοια της γενοκτονίας. Τι είναι λοιπόν γενοκτονία και πότε
θεωρείται ότι αυτή έχει διαπραχθεί;

Θεοφάνης Μαλκίδης: Η έννοια «γενοκτονία», από τον ελληνικό
όρο «γένος» και το λατινικό «cide»,
εκφράζεται για πρώτη φορά το 1944 από τον Ραφαήλ Λέμκιν  καθηγητή
του Πανεπιστημίου του Γέιλ και αναδείχθηκε λίγο πριν από τη Δίκη της
Νυρεμβέργης κατά των πρωταιτίων της εξολόθρευσης των Εβραίων και των ευρωπαϊκών
λαών από τους Ναζί,  πριν και  κατά τη διάρκεια  του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. O Λέμκιν για να
στηρίξει τα επιχειρήματά του  αναφέρθηκε
στην εξόντωση των Ελλήνων και των Αρμενίων από τους Τούρκους, εξόντωση η οποία
είχε απασχολήσει τις Μεγάλες Δυνάμεις κατά τη διάρκειά τέλεσής της, αλλά τα
συμφέροντα και οι αλλαγές που συντελέστηκαν οδήγησαν στην αποσιώπησή της.

Το σχέδιο σύμβασης για τη Γενοκτονία το
οποίο επεξεργάστηκε ομάδα στην οποία συμμετείχε και ο Λέμκιν, ήταν έτοιμο το
1948 και ο ΟΗΕ ψηφίζει στη Γενική Συνέλευσή του
την ίδια χρονιά, τη συνθήκη για την πρόληψη και τιμωρίας του εγκλήματος
της Γενοκτονίας, η οποία αποτελείται από 19 άρθρα. Στο προοίμιο της συνθήκης
αναφέρεται ότι «αναγνωρίζοντας ότι σε όλες τις ιστορικές περιόδους η
γενοκτονία έχει προκαλέσει μεγάλες ανθρωπιστικές απώλειες..», και  «για την πρόληψη απαιτείται παγκόσμια
συνεργασία..».
Τα βασικά σημεία της συνθήκης για
τη γενοκτονία έχουν ως εξής:  «Τα
συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιούν ότι η γενοκτονία. συντελουμένη είτε εν καιρώ
ειρήνης είτε εν καιρώ πολέμου, τυγχάνει έγκλημα διεθνούς δικαίου και
αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν να προλαμβάνουν και να τιμωρούν τούτο».
(Άρθρο
1)  «Γενοκτονία σημαίνει οποιαδήποτε
από τις ακόλουθες πράξεις οι οποίες διαπράττονται με την πρόθεση καταστροφής,
εν όλω ή εν μέρει, μίας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας ως
τέτοιας α) ανθρωποκτονία μελών της ομάδας, β) πρόκληση βαρείας σωματικής ή
διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας γ) με πρόθεση επιβολή  επί της ομάδας συνθηκών ζωής υπολογισμένων να
επιφέρουν τη φυσική καταστροφή της εν όλω ή εν μέρει, δ) επιβολή μέτρων που
σκοπεύουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων εντός της ομάδας ε) δια της βίας
μεταφορά παιδιών της ομάδας σε άλλη ομάδα».

(Άρθρο 2).

Επίσης σε επόμενα άρθρα της Συνθήκης
αναφέρονται τα εξής:  «Οι παρακάτω
αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται»: α) γενοκτονία, β) συνωμοσία προς διάπραξη
γενοκτονίας, γ) άμεσα ή έμμεσα η υποκίνηση διάπραξης γενοκτονίας, δ) απόπειρα
διάπραξης γενοκτονίας, ε) συμμετοχή σε γενοκτονία»
.( Άρθρο 3).  «Τιμωρούνται τα άτομα που συνωμοτούν και πράττουν
τα προαναφερόμενα στο άρθρο 3, ανεξαιρέτως αν έδρασαν με συνταγματικότητα, με
δημόσια εντολή ή ατομικά».
(Άρθρο 4).  «Τα άτομα που διέπραξαν γενοκτονία  ή μια οποιαδήποτε από τις άλλες πράξεις που
απαριθμούνται στο άρθρο 3, θα τιμωρούνται ανεξάρτητα  αν είναι μέλη κυβέρνησης, κρατικοί λειτουργοί
ή  ιδιώτες».
(Άρθρο 5). «Τα άτομα που ευθύνονται για πράξη γενοκτονίας ή
άλλη πράξη όπως αναφέρεται στο 3ο άρθρο, πρέπει να δικαστούν
στη  χώρα που έχει διαπραχθεί το αδίκημα
ή σε κάποιο διεθνές ποινικό Δικαστήριο που θα γίνει αποδεκτό από τους
συμβαλλόμενους…..».
(Άρθρο 6).  Η γενοκτονία σύμφωνα με τη Συνθήκη αφορά ένα
έγκλημα που αποβλέπει στη συστηματική, με βίαια ως επί το πλείστον μέσα,
επιδιωκόμενη εξόντωση ολόκληρης φυλής ή τμήματος αυτής σε ορισμένο τόπο και
πρόκειται για ένα  έγκλημα, το οποίο δεν
έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Είναι η καταστροφή ενός έθνους ή μιας
εθνικής ομάδας, ένα συντονισμένο σχέδιο που τείνει να καταστρέψει τα θεμέλια
της ζωής των εθνικών ομάδων, με στόχο να εξοντωθούν.

 

ΓΤ: Η ιστορική εμπειρία τι μας
διδάσκει όσον αφορά στις αφορμές και τα αίτια που οδηγούν στην απόφαση
υιοθέτησης τόσο αποτρόπαιων τακτικών;

ΘΜ: Η γενοκτονία έχει τη βάση της σε διάφορες θεωρίες ή θεωρήσεις.
Ρατσιστικές, εθνικές, κοινωνικές, πολιτισμικές , οικονομικές. Αυτά τα ζητήματα
τα συναντούμε σε διάφορες περιπτώσεις και σε διάφορες χρονικές στιγμές,
δίνοντας το άλλοθι και τη νομιμοποίηση σε αυταρχικά καθεστώτα ή σε πληθυσμιακές
ομάδες να εξοντώσουν  τους αντιπάλους
τους. Ο  καθηγητής  Eνεπεκίδης τονίζει ότι η φύση και η μέθοδος
της γενοκτονίας των Eλλήνων, ενώ έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τη
γενοκτονία των Eβραίων έχει δυο βασικές διαφορές: «Eίναι μια γενοκτονία με
τουρκική καταγωγή. Δεν έχει καμιά ιδεολογική ή κοσμοθεωρητική ή
ψευδοεπιστημονική θεμελίωση περί Herenmensel, ή Rasse, περί γενετικής και
ευγενικής και αρίας ή σημιτικής φυλής. Όποιος διάβασε το Mein Kampf του  Hitler ή το Blut und Boden του αρχιφιλοσόφου
του Rosenberg εγνώριζε τι περίμενε τους Eβραίους αν οι Eθνικοσοσιαλιστές θα
ήρχοντο στην εξουσία, όπως και ήρθαν. Όταν ο Goebbely κραύγαζε στην Sperthalle
του Bερολίνου τη ρητορική φράση: Ist der Jude auch ein Lebewegen (μα είναι και
ο Eβραίος ένα ένυλο ον;). Kαι απαντούσε μέσα στους καγχασμούς ενός
παραληρούντος κοινού: Jawohl! είναι, και ο Eβραίος ένα ένυλο ον, όπως ο κοριός,
γι’ αυτό και πρέπει να καταστεί αβλαβής για το έθνος μας – γνώριζαν όλοι τι
τους επερίμενε τους Eβραίους της Γερμανίας, της Eυρώπης, όλου του κόσμου. H
γενοκτονία τουρκικής καταγωγής είναι βουβή, πονηρή, ανατολίτικη, δεν έχει
θεωρητικά background, αλλά μάλλον πρακτικά, πλιατσικολογικά.

Oι καλούμενες εκτοπίσεις, εξορίες των
κατοίκων ολόκληρων χωριών οι εξοντωτικές εκείνες οδοιπορίες μέσα στο χιόνι των
γυναικόπαιδων και των γερόντων – οι άνδρες βρίσκονται ήδη στα τάγματα εργασίας
ή στον στρατό – δεν οδηγούν φυσικά σε κανένα Ausschwitz, με τους διαβολικά
οργανωμένους μηχανισμούς της φυσικής εξόντωσης του ανθρώπου – όχι! ήταν όμως
ένα Ausschwitz εν ροή, οι άνθρωποι πέθαναν καθ’ οδόν, δεν περπατούσαν για να
φτάσουν κάπου, όχι, περπατούσαν για να πεθάνουν από τις κακουχίες, την παγωνιά,
την πείνα, τον εξευτελισμό του ανθρώπινου. Aυτό ήταν το διαβολικό σύστημα,
πονηρά οργανωμένο. Δεν υπήρχε στο τέρμα κανένα Ausschwitz γιατί για τους
περισσοτέρους δεν υπήρχε τέρμα. Tο ταξίδι προς τον θάνατο ήταν ο θάνατος, όχι
το τέρμα του ταξιδιού
».Ο Π.
Ενεπεκίδης συμπληρώνει ότι « ….αυτό που συνέβη τότε ….υπήρξε γενοκτονία  κατά το πνεύμα  και το γράμμα που δίνει σήμερα το διεθνές
δίκαιο και οι διεθνείς συμβάσεις  στην
έννοια της ελληνικής αυτής λέξης, ήτοι η σχεδιασμένη φυσική εξόντωση μίας φυλής
ή μιας εθνικής μειονότητας  με άλλη
γλώσσα, άλλη θρησκεία, άλλα ήθη και έθιμα…
.».

 

ΓΤ: Τώρα, ας γίνουμε πιο
συγκεκριμένοι εξετάζοντας την οδυνηρότατη και αιματηρή γενοκτονία που υπέστη ο
ελληνισμός σε Πόντο, Θράκη και Μικρά Ασία, προσεγγίζοντας κάπως παράδοξα το
γεγονός, δηλαδή από την πλευρά των ενεργούντων αυτή, την τουρκική πλευρά. Για
ποιο λόγο πάρθηκε η πολιτική απόφαση σφαγής των Ελλήνων, πως εξυπηρετήθηκε
πρακτικά η εν λόγω απόφαση και εντέλει που αποσκοπούσε;

ΘΜ: Ο κυριότερος λόγος ήταν χωρίς αμφιβολία τα εθνικιστικά αισθήματα,  που ενισχύθηκαν μετά το 1908 από τους
Νεότουρκους και οπωσδήποτε μετά την επικράτηση του Μουσταφά Κεμάλ, ενώ δεν
πρέπει να παραβλεφθούν οι ρατσιστικές θεωρίες που αναπτύχθηκαν από τα δύο αυτά
εθνικιστικά κινήματα. Έτσι  οι Έλληνες
ήταν τα μιάσματα από τα οποία έπρεπε να αποβληθούν από το οθωμανικό κράτος. Η
γενοκτονία ήταν η άμεση λύση, και σύμφωνα με τον  Τανέρ Ακσάμ «στα θεμέλια του τουρκικού
κράτους της Τουρκικής Δημοκρατίας υπάρχει η ιστορία δολοφονίας ενός λαού….Η
Τουρκική Δημοκρατία, η οποία είναι προϊόν αυτής της Ιστορίας, της δομής, της
ψυχικής κατάστασης, αποτελεί από μόνη της πρόβλημα….Το γεγονός ότι η Τουρκική
Δημοκρατία έχει συγκροτηθεί επί του αίματος των μειονοτήτων…εμπόδισε βασικά να
συμβιώσουν ειρηνικά και οι λαοί που τελικά ζουν ο ένας δίπλα στον άλλον, επί
κοινών εδαφών
» Επίσης ο Ακσάμ σημειώνει στο βιβλίο του για τους  «Ιστορικούς λαούς του οθωμανικού κράτους»,
ότι «η ίδρυση της τουρκικής δημοκρατίας…συνδέεται με το ζήτημα των
εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και ειδικότερα με την αρμενική γενοκτονία»,
ενώ
αναφέρει  ότι «υπήρξαν βίαια μέτρα
εναντίον των Ελλήνων στη διάρκεια του (πρώτου παγκοσμίου) πολέμου  και καλύφθηκαν συχνά με τη μορφή της
μετακίνησης του πληθυσμού….η  κυριότερη
εθνοκάθαρση του ελληνικού πληθυσμού στην Ανατολία συνέβη μετά το 1919
».  Οι μηχανισμοί
της Τουρκίας  και οι υποστηρικτές
της σε όλον τον κόσμο εφευρίσκουν διάφορα σενάρια προκειμένου να δικαιολογήσουν
τις μαζικές εκτοπίσεις και τελικώς τις μαζικές δολοφονίες ενάντια στους Έλληνες
καθώς και τους Αρμένιους και τους Ασσύριους. Προσπαθούν να δικαιολογήσουν τους
Νεότουρκους, τους διδάξαντες το ρατσισμό και εθνικισμό στους Γερμανούς Ναζί,
καθώς και τους κεμαλικούς. Οι Νεότουρκοι ήδη από το Συνέδριο τους στη
Θεσσαλονίκη το 1908, στην απόφαση να εκτοπίσει τους μη μουσουλμάνους από την
Οθωμανική αυτοκρατορία. Βεβαίως η πολιτική αυτή είχε υλοποιηθεί και πιο πριν
ωστόσο τώρα λαμβάνει οργανωμένη μορφή και εκτοπίζει τον ελληνικό  πληθυσμό.

Οι εκτοπίσεις αυτές, είχαν ως αποτέλεσμα
την εξόντωση τεράστιου αριθμού Ελλήνων, η οποία συνιστά ένα αναμφισβήτητο
ιστορικό γεγονός, το οποίο επιβεβαιώνεται από πολλές μαρτυρίες. Άλλωστε το
σχέδιο «απέλασης» περιλάμβανε την ολότητα σχεδόν των Ελλήνων, συμπεριλαμβανομένων
και όσων κατοικούσαν παραπάνω από χίλια χιλιόμετρα μακριά από το μέτωπο του Α΄
Παγκοσμίου Πολέμου δηλαδή περιοχές όπου καμία ελληνική ή άλλη (στρατιωτική)
δραστηριότητα δεν γινόταν αντιληπτή. Έτσι είναι αναμφισβήτητο το γεγονός είναι
ότι οι εκτοπίσεις δεν περιορίστηκαν μόνο στην εμπόλεμη ζώνη αλλά επεκτάθηκαν σε
ολόκληρη την Αυτοκρατορία και οπωσδήποτε συνεχίστηκαν και μετά τη λήξη του Α΄
Παγκοσμίου Πολέμου, με το κεμαλικό εθνικιστικό κίνημα. Με βάση τις μαρτυρίες
δημοσιογράφων,  ιεραποστόλων, αξιωματικών
και διπλωματών, που ήταν σε συνεχή επαφή με τις οθωμανικές αρχές, με βάση τις
αποδείξεις που προέκυψαν από τις μεταπολεμικές
δίκες που διερεύνησαν τις σφαγές, και ακόμη,  προκύπτει το συμπέρασμα πως οι  Νεότουρκοι επιθυμούσαν να εξαφανίσει κάθε μη
μουσουλμανική μειονότητα και κυρίως τους Έλληνες και τους Αρμένιους.  Κρατικοί αξιωματούχοι συμμετείχαν σ’ αυτήν
την πολιτική εκκαθάρισης  και οργάνωσαν
οι ίδιοι διώξεις σε μεγάλη έκταση, ενώ όσοι
αρνήθηκαν να συνεργαστούν, αυτοί αντικαταστάθηκαν. Έτσι τεκμηριώνεται η
άποψη ότι  εφαρμόστηκε μια κεντρικά
κατευθυνόμενη πολιτική εξολόθρευσης, η οποία προήλθε  από τους Νεότουρκους και στη συνέχεια από
τους Κεμαλικούς, οι οποίοι επικαλέστηκαν τη «σωτηρία του έθνους» και τον
«πόλεμο της ανεξαρτησίας» για να συνεχίσουν τα εγκλήματα.

Επίσης προβάλλεται η ασυνέχεια μεταξύ
Νεότουρκων και Κεμαλικών, και τονίζεται ότι το σημερινό τουρκικό κράτος δεν
έχει καμία σχέση με το οθωμανικό κράτος, ένα επιχείρημα όμως που είναι μετέωρο
και αποτελεί  ένα τεράστιο ψεύδος, ενώ οι
Τούρκοι κατηγορούν τους Έλληνες για απόπειρα διαμελισμού της  αυτοκρατορίας και για την παρουσία του
ελληνικού στρατού. Σε ουσιαστικό επίπεδο, οι διωγμοί που ξεκίνησαν από τους
Νεότουρκους συνεχίστηκαν από τους Κεμαλικούς με την ίδια μεθοδικότητα και
οργάνωση. Οι διωγμοί εναντίον των Ελλήνων, οι οποίοι καταγράφτηκαν από
συμμάχους των κεμαλικών και αναφέρονται και από Τούρκους συγγραφείς
προκαλώντας  αντιδράσεις αγανάκτησης
ακόμα και στους κόλπους της Εθνοσυνέλευσης, εντάσσονταν στη συνέχεια μεταξύ
Νεότουρκων και Κεμαλικών. O Έρικ Τσούρχερ
τονίζει ότι ο Μουσταφά Κεμάλ υπήρξε
ένα από τα έμπιστα μέλη των Νεότουρκων, γεγονός άλλωστε το οποίο
παραδέχτηκε το 1923, λέγοντας ότι «όλοι υπήρξαμε μέλη της Ένωσης και
Προόδου».

Επίσης ένα ζήτημα που προκύπτει είναι
εκτός από το οικονομικό μποϋκοτάζ των ελληνικών επιχειρήσεων, μέτρο που
ακολουθήθηκε πιστά κατά τη διάρκεια του Εβραϊκού ολοκαυτώματος, η αρπαγή των
ελληνικών περιουσιών από τα θύματα της γενοκτονίας, περιουσίες που αποτέλεσαν
τη βάση, όπως αναφέραμε για τη δημιουργία της τουρκικής εθνικής οικονομίας και
της τουρκικής αστικής τάξης. Η οικονομία, που κατά γενική ομολογία ήταν στα
χέρια των Ελλήνων, έπρεπε οπωσδήποτε ν’ ανατραπεί, ώστε να δημιουργηθεί μια νέα
ισχυρή, τουρκική οικονομική τάξη, η οποία σε πρώτη φάση ήταν απαραίτητο ν’
ανταγωνιστεί την ελληνική εμπορική υπεροχή και σε δεύτερη, όταν οι συνθήκες το
επέτρεπαν, να την εξαφανίσει. Είναι πλέον αναμφισβήτητο γεγονός ότι η
οικειοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των Ελλήνων  σε διάφορες χρονικές φάσεις από τους
Νεότουρκους και  οδήγησε την οθωμανική-
τουρκική οικονομία σε άνοδο. Μάλιστα οι Νεότουρκοι προσπάθησαν να
οικειοποιηθούν ακόμη και τις ασφάλειες ζωής που είχαν κάνει οι Αρμένιοι και οι
Έλληνες, ζήτημα το οποίο ήλθε στην επιφάνεια πρόσφατα. Ο Τανέρ Ακσάμ
αποδεικνύει μέσα από έγγραφα το προσχεδιασμένο έγκλημα κατά των Ελλήνων και των
Αρμενίων, καταρρίπτοντας το επιχείρημα πάνω στο οποίο στήθηκε η δημιουργία του
τουρκικού κράτους «περί εθνικοαπελευθερωτικού, αντιιμπεριαλιστικού
αγώνα». 
Ειδικότερα ο  Ακσάμ επισημαίνει ότι «μία συζήτηση γύρω
από τη γενοκτονία θα αποκαλύψει ότι το κράτος δεν προέκυψε από έναν βασικά
αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, αλλά από ένα πόλεμο που διεξήχθη κατά της ελληνικής
και αρμενικής μειονότητας».

 

ΓΤ: Επιτρέψτε μου να επιμείνουμε στον
τρόπο διάπραξης των βιαιοτήτων. Αυτές λοιπόν διαπράχθηκαν από συγκεκριμένες
ομάδες ή υπήρξε μαζική ή ακόμη και καθολική συμμετοχή τουρκικού πληθυσμού σε
αυτές. Με απλά λόγια, η γενοκτονία έγινε από ορισμένες, για την εκπλήρωση του
σκοπού αυτού, ομάδες Νεότουρκων  ή από
γείτονα σε γείτονα;

ΘΜ: Κεντρική θέση στις τουρκικές πολιτικές σχετικά με τη γενοκτονία κρατούν
οι προσπάθειες για την ιστορική αθώωση των Νεότουρκων, οι οποίοι ξεκίνησαν την
εκδίωξη και εξόντωση των Ελλήνων, των Αρμενίων, και Ασσυρίων από το οθωμανικό
κράτος. Επίσης προτάσσεται η ασυνέχεια μεταξύ οθωμανικού και τουρκικού κράτους
και η απαλλαγή από κάθε ευθύνη που βαραίνει τον Μουσταφά Κεμάλ.  Είναι ξεκάθαρο ότι η Τουρκία εκτός από  την άρνηση τέλεσης  του εγκλήματος,  έχει επιδοθεί σε συστηματική προσπάθεια   για να εξηγηθεί, να δικαιολογηθεί και να
στοιχειοθετηθεί το μαζικό έγκλημα, που κατέληξε στην ολοκληρωτική εκδίωξη των
Ελλήνων.  Οι τουρκικοί κύκλοι δεν
αποδίδουν το μαζικό έγκλημα σε οργανωμένο σχέδιο, που θα πολλαπλασίαζε την
ευθύνη του κράτους,  αλλά σε
περιστασιακές ταραχές και «εκρήξεις βίας» των μουσουλμάνων που προκλήθηκαν από
τη στάση των Ελλήνων. Δίνεται βάρος στις
μη οργανωμένες ομάδες μουσουλμάνων που για λόγους αντεκδίκησης ή
προσωπικούς,  δολοφόνησαν μεμονωμένα τους
Έλληνες, προσδοκώντας τη λεηλασία του ελληνικού πλούτου και την εκδίωξη των
Ελλήνων που «πρόδωσαν» το κράτος τους τασσόμενοι με τους εχθρούς του. Ωστόσο
πολλές μαρτυρίες δείχνουν ότι υπήρξε οργανωμένο σχέδιο  με κρατική και παρακρατική δράση από τους Νεότουρκους
και τους Κεμαλικούς  εναντίον των
Ελλήνων  που είχε σαν αποτέλεσμα να
δολοφονηθούν πάνω από  ένα εκατομμύριο
συμπατριώτες μας.

 

ΓΤ: Συμπληρωματικά στην προηγούμενη ερώτηση. Μήπως υπέβοσκαν εμπαθή
συναισθήματα από πλευράς Τούρκων προς τους Έλληνες, τα οποία συναισθήματα
ανέμεναν την κατάλληλη στιγμή προκειμένου και αφού συσπειρωνόντουσαν
εθνικιστικά να εξωτερικευτούν ως βιαιότητα και ωμότητα;

ΘΜ: Προφανώς και υπήρχε ένα εθνικιστικό- ρατσιστικό κλίμα που είχε
αναδειχθεί από τις ενέργειες των Νεότουρκων και των Κεμαλικών, οι οποίοι είχαν
τονίσει πως κάθε κακό ευθύνονται οι Έλληνες και οι άλλες μη μουσουλμανικές
μειονότητες. Ωστόσο, θα πρέπει να αναφέρουμε ξανά ότι πέρα από τα τοπικά και
μεμονωμένα γεγονότα που δείχνουν  τον
εθνικισμό των μαζών, το οργανωμένο σχέδιο των Νεότουρκων και των Κεμαλικών ήταν
η βάση της εξόντωσης των Ελλήνων.

 

ΓΤ: Θα μπορούσατε να επιχειρήσετε τη
σκιαγράφηση του ψυχολογικού και συναισθηματικού προφίλ τόσο αυτών που
αποφάσισαν όσο και αυτών που υλοποίησαν τη γενοκτονία σε βάρος των Ελλήνων;

ΘΜ: Οι Νεότουρκοι ήταν από τα πρώτα εθνικιστικά μορφώματα του 20ου
αιώνα τα οποία προχώρησαν σε μαζικές σφαγές, έχοντας σαν οδηγό θεωρίες
ρατσισμού και φασισμού . Αυτό έγινε ήδη από το 1908, ενώ ο Α΄ Παγκόσμιος
Πόλεμος έδωσε την ευκαιρία στους Νεότουρκους να υλοποιήσουν με μεγαλύτερη
ευκολία το σχέδιό τους- η «Ειδική οργάνωση» κρατά σημαντικό ρόλο-  που έλαβε και άλλες διαστάσεις, αφού η
υποχρεωτική στρατολόγηση  Ελλήνων που
εντάθηκε σ΄ αυτό το διάστημα, τους οδήγησε σαν Οθωμανούς στρατιώτες στο
θάνατο.  Οι Νεότουρκοι έχοντας
διαποτιστεί από ρατσιστικές θεωρίες, παρά την προβολή των αρχών της
δημοκρατίας, της ισονομίας, της ελευθερίας στο προσκήνιο,    εκπόνησαν και υλοποίησαν ένα σχέδιο μαζικών
διωγμών και δολοφονιών των Ελλήνων. Οι Νεότουρκοι προσπάθησαν να συγχωνεύσουν
όλους τους κατοίκους της τουρκικής επικράτειας σε μια εθνική οντότητα, με
τρομοκρατία  και  ενέργειες όπως τη χρήση αποκλειστικά της
τουρκικής γλώσσας σε όλα τα σχολεία.

Η άνοδος των Νεότουρκων στην εξουσία συνδυάστηκε με  τη
συστηματική διαδικασία εξόντωσης, των Ελλήνων ( Αρμενίων και Ασσυρίων)
που είχαν καταταγεί στον τουρκικό στρατό, την εξόντωση των ηγετών, τη σύλληψη
και την εκτόπιση  στα τάγματα
εργασίας  και τη σφαγή των σωματικά
ικανών ανδρών. Ακολούθησε η εκτόπιση των γυναικών, των παιδιών,  των ανδρών (άρρωστοι, ανάπηροι, γέροντες).
Ωστόσο, οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες
έγινε η εκτόπιση, ήταν τόσο σκληρές ώστε αυτοί που έφτασαν στον τελικό
προορισμό τους,  ήταν ελάχιστοι.  Το ίδιο σχέδιο ακολούθησαν και οι Κεμαλικοί,
υλοποιώντας το τελευταίο στάδιο της Γενοκτονίας. Οι φασιστικές- ρατσιστικές
θέσεις και των Κεμαλικών οδηγούν στην ολοκλήρωση της Γενοκτονίας, οδηγώντας
στον αφανισμό και στην προσφυγιά εκατομμύρια Ελλήνων. Οι θέσεις αυτές δυστυχώς
επιβιώνουν μέχρι σήμερα, τόσο στην Τουρκία όσο και σε περιοχές που θέλει να
ελέγχει η Τουρκία (π.χ Θράκη).

Οφείλουμε όμως να αναφέρουμε
και κάτι που αφορά την Ελλάδα, τα κόμματα, τους διανοούμενους, σε ότι έχει
σχέση με τη Γενοκτονία και τον Κεμάλ. Είναι γνωστή εδώ και καιρό η αγάπη και η
λατρεία πολλών εντόπιων ηγετών και «διανοουμένων»,  στον Χίτλερ των Ελλήνων,  στον Μουσταφά Κεμάλ. Η πρόταση για Νόμπελ
Ειρήνης στο Κεμάλ (!), οι τιμές από πολιτικούς ηγέτες, πρωθυπουργούς και
υπουργούς εξωτερικών, στο μαυσωλείο του στην Άγκυρα  σε πείσμα νόμων, ερευνών και εκφρασμένης
βούλησης του ελληνικού λαού που αναγνωρίζουν τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στη
Γενοκτονία των Ελλήνων και οι αναφορές σε ένα άνθρωπο που θεμελίωσε το φασισμό
στην Τουρκία, είναι πολύ συνηθισμένες στην Ελλάδα.  Σ΄ αυτό το πλαίσιο εξύψωσης του Κεμάλ στην
Ελλάδα εντάσσεται και το κρούσμα όταν εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας το 2009,
την ημέρα μνήμης της εκδίωξης του Μικρασιατικού Ελληνισμού, μαζί με την ταινία
για το 1922, μοιράστηκε και η ταινία για τον Κεμάλ! Το απόλυτο οξύμωρο  (;) μαζί με
μία  ταινία για ένα τραγικό
κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού λαού το οποίο επηρεάζει 87 χρόνια μετά το συλλογικό
υποσυνείδητο, να μοιράζεται μαζί με μία ταινία για το δήμιο των Ελλήνων.
Μάλιστα ο δήμιος αυτός παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος με συναισθήματα που
επηρέασε και καθόρισε τον 20ο αιώνα.
Στο οπισθόφυλλο της ταινίας σημειώνοντας μάλιστα τα εξής: «Η απόλυτη
βιογραφία του Μουσταφά Κεμάλ Αταττούρκ που όχι μόνο κατάφερε να επιβιώσει σαν
ένα φτωχό ορφανό παιδί, αλλά και να γίνει το πιο δημοφιλές πρόσωπο στη χώρα
του, σαν ιδρυτής και πρόεδρος της τουρκικής δημοκρατίας, μετατρέποντας μία
διαμελισμένη οθωμανική αυτοκρατορία σε κράτος δυτικού προτύπου, ονομάζοντάς το
Τουρκία. Χαρισματικός ηγέτης, του οποίου η μορφή, σύμφωνα με τους σύγχρονους
ιστορικούς, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες προσωπικότητες που
επηρέασαν καθοριστικά με την παρουσία τους τον 20ο αιώνα. Από τον
λαό του ο Κεμάλ προσεέλαβε τον χαρακτηρισμό Ατατούρκ, που σημαίνει πατέρας των
Τούρκων. Η ταινία ακολουθεί βήμα προς βήμα τις σημαντικότερες στιγμές στη ζωή
του Ατατούρκ, μακριά από τα γνωστά στερεότυπα αι προσπαθώντας να τον εξετάσει
από την ανθρώπινη πλευρά του σαν έναν άνδρα γεμάτο φόβους και αδυναμίες».
Παρά
τους εξωραϊσμούς και την προσπάθεια που γίνεται στην Ελλάδα εδώ και χρόνια για
την ανάδειξη του Κεμάλ ως ένα προσώπου που θεμελίωσε τη δημοκρατία (!) στην
Τουρκία (!), αυτά γράφονται σε σχολικά βιβλία του πρώην Εθνικής Παιδείας
Υπουργείου με νυν επικεφαλής έναν αρνητή της Γενοκτονίας. Η αλήθεια είναι η
«δημοκρατία» αυτή οικοδομήθηκε πάνω σε ανθρώπινες ζωές και δράματα που
συνεχίζονται μέχρι σήμερα, στηρίχθηκε πάνω στα εκατομμύρια των Ελλήνων και
άλλων λαών.

Ο Κεμάλ μετά το 1919
εξαφανίζει τους ελληνικούς πληθυσμούς, καταστρέφει τον πολιτισμό τους και
στηρίζεται πάνω στις περιουσίες τους, προκειμένου να αναπτύξει εθνική
οικονομία. Δημιουργεί τις   προϋποθέσεις
για τη διαιώνιση του δράματος με την ύπαρξη
αγνοουμένων και  ορφανών.
Καλλιεργεί συστηματικά το μίσος στον τουρκικό πληθυσμό και επικεντρώνεται στην
άρνηση   του καθεστώτος του θύματος για
τους ελληνικούς πληθυσμούς αφού τους θεωρεί ξένους στην περιοχή,  ενώ παράλληλα τους δίνει τη θέση του θύτη.  Όπως γράφει ο Νίκος Ψυρρούκης,  «η προσεκτικότερη μελέτη του κεμαλισμού
μάς πείθει ότι πρόκειται για βαθιά αντιλαϊκή και αντιδημοκρατική θεωρία.
Ο
φιλοναζισμός και άλλες αντιδραστικές δοξασίες είναι νομοτελειακή εξέλιξη του
κεμαλισμού…»
  .

Επίσης ο Στέφαν Ίχρινγκ
δημοσιεύοντας από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ τη μελέτη του για την
εικόνα του Κεμαλισμού στους Ναζί, μιλά για το δάσκαλο του Χίτλερ και
“παράδειγμα”  για το φασισμό, Μουσταφά
Κεμάλ.

Παρά τις προσπάθειες που
γίνονται στην Ελλάδα, ο Κεμαλισμός στην Τουρκία και παγκόσμια καταρρέει και
κάθε προσπάθεια που γίνεται από ελληνικά μέσα ενημέρωσης και θεσμικά και άλλα
κέντρα, ο Κεμαλισμός δεν μπορεί να σταθεί άλλο.
Αυτό είναι το μήνυμα που δίνουν χιλιάδες άνθρωποι στην Ελλάδα και σε όλο
τον πλανήτη που κάνουν μία μεγάλη και ανιδιοτελή προσπάθεια για την οριστική
αποκαθήλωση του φασισμού που εκφράζει ο Μουσταφά Κεμάλ.

 

ΓΤ:
Οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής πως στάθηκαν σχετικά με τον εξελισσόμενο
εξανδραποδισμό των ελλήνων κατοίκων του Πόντου και της Μ. Ασίας;

ΘΜ: Κατά τη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης  φάσης της Γενοκτονίας εναντίον των Ελλήνων,
υπήρξαν αναφορές για το ζήτημα από επίσημες, ημιεπίσημες και ανεπίσημες  αναφορές από εκπροσώπους των Μεγάλων
Δυνάμεων. Γεγονός είναι ότι μετά την ήττα του οθωμανικού κράτους οι  Μεγάλες Δυνάμεις κινήθηκαν προς την
κατεύθυνση τιμωρίας των ενόχων για τη Γενοκτονία. Ήδη από το 1914, όταν το
οθωμανικό κράτος μπήκε στον πόλεμο ως σύμμαχος της Γερμανίας ο Βρετανός Λουντ
Τζωρτζ   έλεγε ότι είναι πολύ
ικανοποιημένος  που οι Τούρκοι θα κληθούν
τελικά να απολογηθούν για τα εγκλήματα που έχουν επιτελέσει εναντίον της
ανθρωπότητας.  Τη θέση αυτή υποστήριξε
και ο Ρώσος Υπουργός εξωτερικών Σαζάνοφ, ο οποίος  χρησιμοποίησε τον όρο «εγκλήματα εναντίον της
χριστιανοσύνης και του πολιτισμού». Τελικά επικράτησε η πρόταση των Βρετανών
και των Γάλλων για τη χρησιμοποίηση του όρου «εγκλήματα εναντίον της
ανθρωπότητας».

Στις 24 Μαΐου 1915   οι Σύμμαχοι, μπροστά στην εξελισσόμενη
γενοκτονία των Αρμενίων και των Ελλήνων εξέδωσαν μία κοινή διακήρυξη
καταδικάζοντας  «την ανοχή και συχνά
την …..υποστήριξη των οθωμανικών αρχών…Εν όψει
των καινούργιων εγκλημάτων της Τουρκίας εναντίον της ανθρωπότητας και
του πολιτισμού, οι κυβερνήσεις των Συμμάχων ανακοινώνουν δημόσια στην Υψηλή
Πύλη, ότι θα καταστήσουν προσωπικά υπεύθυνα όλα τα μέλη της τουρκικής
κυβέρνησης, καθώς και τους δημοσίους υπαλλήλους που θα συμμετείχαν σ’ αυτές τις
σφαγές». 
Το  ζήτημα
των μαζικών εγκλημάτων  απασχόλησε
τη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου
οι πέντε μεγάλες Δυνάμεις (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία) σύστησαν την
Επιτροπή για την Ευθύνη των Δραστών του Πολέμου και την Επιβολή Ποινών. Η
επιτροπή ανέφερε ότι «ο πόλεμος διενεργήθηκε από τις κεντρικές αυτοκρατορίες
και τους συμμάχους τους, Τουρκία και Βουλγαρία, με βάρβαρο ή παράνομο
τρόπο  που παραβιάζει καθιερωμένους
νόμους, την παράδοση του πολέμου και τις ανθρωπιστικές αρχές»
. Η επιτροπή
ανέφερε τα εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας και συγκεκριμένα εναντίον των
Ελλήνων και των Αρμενίων ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που έγιναν  από την Τουρκία εναντίον δικών της πολιτών
στη δική της επικράτεια.  Ρήτρες για το
ζήτημα ενσωματώθηκαν στις συνθήκες που υπογράφηκαν με τις εμπλεκόμενες χώρες.
Σε αυτές τις ρήτρες οι σύμμαχοι διατηρούσαν το δικαίωμα να φέρουν υπόπτους ως
εγκληματίες ενώπιον ενός διεθνούς δικαστηρίου. Μεταξύ των όρων για την ειρήνη
ήταν παράδοση κάθε και όλων των εγκληματιών πολέμου και σχετικών εγγράφων στους
νικητές.

Τα άρθρα 226 έως 230 της συνθήκης των
Σεβρών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία αναφέρονται στη δίωξη των εγκληματιών πολέμου.
Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 228 ανέφερε τα εξής: «Η Τουρκική κυβέρνηση
αναλαμβάνει να προμηθεύσει όλα τα έγγραφα και κάθε είδους πληροφορία η παράδοση
των οποίων μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία για να διασφαλιστεί η πλήρης γνώση όλων
των ενοχοποιητικών πράξεων, η δίωξη των εγκληματιών και η δίκαιη αξιολόγηση της
ευθύνης».
Ενώ το άρθρο 230 επισημαίνει τα εξής: «Η τουρκική κυβέρνηση
αναλαμβάνει να παραδώσει στις συμμαχικές δυνάμεις τα άτομα των οποίων η
παράδοση μπορεί να απαιτηθεί από τις τελευταίες ως ενδεχόμενα ή υπεύθυνα για
τις σφαγές που διενεργήθηκαν κατά  τη
διάρκεια της κατάστασης πολέμου σε εδάφη τα οποία αποτελούσαν μέρος της
τουρκικής αυτοκρατορίας την 1η Αυγούστου 1914. Οι συμμαχικές δυνάμεις διατηρούν
για τους εαυτούς τους το δικαίωμα να καθορίσουν το δικαστήριο που θα δικάσει τα
άτομα που κατηγορούνται σχετικά και η τουρκική κυβέρνηση αναλαμβάνει να
αναγνωρίσει ένα τέτοιο δικαστήριο. Σε περίπτωση που η κοινωνία των εθνών
δημιουργήσει σε επαρκές χρονικό διάστημα ένα δικαστήριο ικανό να χειριστεί τις
προαναφερθείσες σφαγές, οι συμμαχικές δυνάμεις διατηρούν για τους εαυτούς τους
το δικαίωμα να φέρουν τους κατηγορούμενους ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου και η
Τουρκική κυβέρνηση αναλαμβάνει αντιστοίχως να το αναγνωρίσει».
Ένα μέρος
του κατηγορητηρίου  εναντίον των ατόμων
που θεωρήθηκαν υπεύθυνα για τις μαζικές δολοφονίες εναντίον των Αρμενίων και
των Ελλήνων και φυλακίστηκαν από τους Βρετανούς στη Μάλτα, αφορούσε «την
εκποίηση της ιδιοκτησίας  που ανήκε σε
Αρμένιους….οι αρμενικές ιδιοκτησίες θα κατανέμονταν  χωρίς επιβάρυνση στους μουσουλμάνους
εποίκους…. ιδιοκτησίες για τις οποίες δεν υπάρχει καμία αναφορά για
αποζημίωση».

Η απουσία αποζημίωσης, όπως επισημαίνει
ο Ακσάμ,  παρέχει  ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της πρόθεσης της
οθωμανικής κυβέρνησης για γενοκτονία.
Οι Βρετανοί πρότειναν τη σύσταση μίας επιτροπής η οποία δημιουργήθηκε το
Φεβρουάριο του 1919, η οποία θα επέβλεπε τα ζητήματα αποκατάστασης και
επαναπατρισμού των Αρμενίων και Ελλήνων που εκτοπίστηκαν. Παράλληλα
δημιούργησαν το Αρμενικό – Ελληνικό Τμήμα που
στεγάστηκε στο γραφείο του Βρετανού Ύπατου Αρμοστή, επιφορτισμένο με τη
σύνταξη καταλόγων των υπευθύνων της γενοκτονίας.  Ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής ναύαρχος Γουέμπ  δήλωσε το Μάρτιο του 1919 ότι «οι Αρμένιοι
και οι Έλληνες  είναι αποφασισμένοι και
επιμένουν στο ζήτημα της πλήρους αποζημίωσης για ότι έχασαν…το ζήτημα αφορούσε
την κατάσχεση γαιών, οικιών, ορφανών και γυναικών, νεαρών ανδρών και παιδιών
που είχαν αλλαξοπιστήσει με τη βία και σε πολλές περιπτώσεις, ιδιοκτησίες που
είχαν πουληθεί».
Το ζήτημα της αποκατάστασης είχε απασχολήσει μετά από
πίεση των δυτικών δυνάμεων και το οθωμανικό υπουργείο Εσωτερικών το οποίο στην
έκθεση που είχε εκδώσει το 1922 τόνιζε την αναγκαιότητα να επαναφέρουν στις
εστίες τους όσους είχαν εκτοπιστεί και να αποκαταστήσουν τις περιουσίες τους.
Οι  εξελίξεις στο οθωμανικό εσωτερικό με
την εμφάνιση και την εδραίωση του εθνικιστικού κινήματος του Μουσταφά Κεμάλ, η
αλλαγή των στόχων των δυτικών δυνάμεων, η ουδέτερη θέση τους (30 Μαρτίου 1921)
στην ελληνοτουρκική σύγκρουση, δεν επέτρεψαν να συνεχιστεί η σχετική διαδικασία
τιμωρίας των ενόχων και βεβαίως της αποκατάστασης των θυμάτων. Όπως σημειώνει ο
Ακσάμ το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είχε παραπεμφθεί στη λήθη.

 

ΓΤ: Αναφορικά με τη δικιά μας στάση
στο ζήτημα. Πιστεύετε ότι αντιμετωπίζεται με τη δέουσα αξιοπρέπεια και τον
οφειλόμενο σεβασμό προς τα θύματα της γενοκτονίας σε Πόντο, Θράκη και Μικρά
Ασία τόσο στην παιδεία και εκπαίδευση όσο και στις απαιτούμενες ενέργειες
αναγνώρισης της αλήθειας και των δικαίων μας από τη διεθνή κοινότητα ή ακόμη
και από τη διπλωματική αξιοποίηση του κατά τα άλλα τραγικού αυτού γεγονότος;

ΘΜ: Γράφει μεταξύ των άλλων τα εξής ο
Διονύσιος Σολωμός προς τον  Τερτσέτη το
1842,:  «Είναι 21 χρόνια που σαν
σήμερα η Ελλάδα έσπασε τις αλυσίδες. Η μέρα αυτή του Ευαγγελισμού είναι μέρα
για χαρά και δάκρυα. Χαρά για τα μελλούμενα, δάκρυα για την σκλαβιά την
περασμένη. Και για το σήμερα τι να πω; Η διαφθορά είναι τόσο γενική κι έχει
ρίζες τόσο βαθιές, που σε κάνει να σαστίζεις. Μόνο όταν τα αίτια της διαφθοράς
εξολοθρευτούν πέρα για πέρα, θα μπορέσουμε να έχουμε μιαν ηθική αναγέννηση.
Τότε το μέλλον μας θα είναι μεγάλο, όταν όλα στηριχτούν στην ηθική, όταν
θριαμβεύσει η δικαιοσύνη, όταν τα γράμματα καλλιεργηθούν, όχι για μάταιη
επίδειξη, παρά για όφελος του λαού, που έχει ανάγκη από Παιδεία και από μόρφωση
εθνική. Τότε θα έχουμε – ή μάλλον θα έχουν τα παιδιά μας – μιαν ηθική
αναγέννηση και το μέλλον της πατρίδας μας θα είναι μεγάλο».
Είναι πιστεύω
αποδεκτό ότι αυτό το ιδιαίτερης αξίας κομμάτι του Ελληνισμού που ζούσε
στην ενιαία Θράκη,  στην Μικρά Ασία, στον
Πόντο και  στην Καππαδοκία, στην
Κωνσταντινούπολη, τις Θρακικές Σποράδες (νησιά Ίμβρος και Τένεδος) μπήκε στο
περιθώριο αμέσως μετά τη Γενοκτονία από τους Νεότουρκους και τους Κεμαλικούς
και την έλευσή του ως ακρωτηριασμένο
σώμα στον ελλαδικό χώρο. Το ίδιο συνέβη και με τους άλλους λαούς, τους
Αρμένιους και τους Ασσύριους που υπέστησαν τη γενοκτονία. Στην Ελλάδα, το
προσφυγικό στοιχείο αντιμετωπίστηκε σε γενικές γραμμές σαν ξένο,  που ήλθε στην Ελλάδα προκειμένου να
διαταράξει πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και άλλες ισορροπίες, και τέθηκε
στο παρασκήνιο. Το ίδιο έγινε και από τους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν  εκτός Ελλάδος, όπου και εκεί υπήρξε η ίδια
συνωμοσία σιωπής.   Όπως σημειώνει ο  καθηγητής Τενεκίδης παρότι οι «πρόσφυγες
των 2150 απολεσθέντων οικισμών, έχασαν την κοινότητα, το χωριό, τη γειτονιά, τη
πολιτεία, το στενό ή ευρύτερο ανθρώπινο περιβάλλον
», ήταν βάρος που έπρεπε
ή να εξαφανισθεί ή τουλάχιστον να μείνει χωρίς ουσιαστικό μέλλον και αυτό
μπορούσε να γίνει με την ολοκληρωτική ισοπέδωση του πλούσιου παρελθόντος.  Στο χώρος της
παιδείας, της εκπαίδευσης όταν το ζήτημα του Ελληνισμού της Ανατολής δεν
ήταν «εκτός ύλης», παρουσιαζόταν  με
οπτική ελλειμματική, αποσπασματική, ακόμη και με αναφορές που επιεικώς
χαρακτηρίζονται ως  ύβρεις, έναντι
τεθνεώτων και ζωντανών.

Έτσι,
οι σύλλογοι, τα Κέντρα Μελετών και εκδόσεων για τη Θράκη, τον Πόντο, την
Μικρά Ασία,  ήταν η απάντηση των
προσφύγων και του πολιτισμού τους στον πόλεμο του κράτους, λειτουργώντας ως
κιβωτοί  διάσωσης της ιστορικής διαδρομής
του ελληνικού λαού που ζούσε στο οθωμανικού κράτους, ενώ διέσωσαν και
ανεκτίμητης αξίας κειμήλια και ιδιαίτερες πολιτισμικές εκφράσεις. Χωρίς αυτούς
τους συλλογικούς προσφυγικούς θεσμούς, τους διανοούμενους της πρώτης και
δεύτερης προσφυγικής γενιάς δεν θα υπήρχε καμία σοβαρή και δυναμική αναφορά για
τον Ελληνισμό της καθ΄ υμάς Ανατολής, δε θα υπήρχε μνήμη, βασικό σημείο της
ολοκληρωμένης ανθρώπινης ύπαρξης. «Να ξεχάσουμε για να μη μας βγει το μάτι»,
μας προτείνουν, «αλλά αν δεν θυμόμαστε θα μας βγουν και τα δύο», γράφει ο
Σοτζενίτσιν. Και   συμπληρώνει ο Εδουάρδο
Γκαλεάνο: «Η μνήμη ως ιστορία είναι ένα είδος υπό
εξαφάνιση. Θα πρέπει να διεκδικήσουμε και να αναστήσουμε το παρελθόν…. Στην
πραγματικότητα υπάρχει ένα διαζύγιο ανάμεσα στην μνήμη και την ανάμνηση, του
παρελθόντος και του παρόντος, που αποτελεί μέρος ενός παγκόσμιου συστήματος
αποδιάρθρωσης. Τα πάντα διαλύονται, μια παγκόσμια κουλτούρα αποσύνδεσης.
Αποσυνδέεται η μνήμη από την πραγματικότητα, η μνήμη από την ελευθερία. Είναι
πολύ απλό η πραγματικότητα να αλλάζει στα αλήθεια αν δεν έχει μπροστά της τα
μαθήματα του παρελθόντος. Είμαστε σαν παιδιά χαμένα στην κακοκαιρία. Δεν
ξέρουμε από πού ερχόμαστε και είμαστε υποταγμένοι στον φόβο. Να περπατάς, να
θυμάσαι, είναι επικίνδυνο. Αυτό είναι και η βάση ατιμωρησίας της εξουσίας. Γι’
αυτό και δεν υπάρχει καμία αποικιοκρατική επιχείρηση που να μην προσπαθεί να
αδειάσει την μνήμη των εξεγερμένων. Δεν είναι τυχαίο ότι στο Ιράκ πυρπολήθηκε η
βιβλιοθήκη, ούτε είναι τυχαίο ότι καταστράφηκαν μουσεία χιλιάδων χρόνων…»

 

ΓΤ: Που εντοπίζονται οι λόγοι που
άρχοντες και αρχόμενοι αυτού του τόπου υιοθετούν μια άνευρη, ηττοπαθή και
ενίοτε υποχωρητική στάση σχετικά με την υπεράσπιση και προώθηση των διαχρονικών
και αποδεδειγμένης ορθότητας ιστορικών, οικονομικών και λοιπών δικαίων μας;

ΘΜ: Την  ανταλλαγή των πληθυσμών, που
εξίσωσε τις περιουσίες από 350.000 μουσουλμάνους και 1.500.000 Έλληνες, και
ήταν «καίριο πλήγμα που πλήττει την παγκόσμια συνείδηση και την παγκόσμια
ηθική, όπως τόνισε το συλλαλητήριο των προσφύγων (Αθήνα 8 Ιανουαρίου 1923),
ακολούθησε  η υπογραφή του
ελληνοτουρκικού συμφώνου φιλίας του 1930. Το σύμφωνο   δεν
λειτούργησε μόνο  οικονομικά εις
βάρος των προσφύγων αφού «η συντριπτική πλειοψηφία τους είδε να χάνεται το
ενδεχόμενο αποζημίωσης των περιουσιών τους
», αλλά λειτούργησε  ηθικά και πολιτικά σαν  το πρώτο μέσο
για την εξαφάνιση του προσφυγικού πληθυσμού, για την εξαφάνιση της
μνήμης. Όπως αναφέρει ο Ηλίας Βενέζης όταν έγραφε τον πρόλογο του βιβλίου του
«Το νούμερο 31328», «ήταν απαγορευμένο χρόνια τώρα από τις λογοκρισίες…».
Η ίδια πολιτική  συνεχίστηκε «με
ιδιαίτερο ζήλο» και τα επόμενα χρόνια. Το δημοσιευμένο το 1942 του Αλεξ.
Διομήδη («Βυζαντιναί μελέται»),  στη δεύτερη έκδοση του 1951 εξαφανίστηκαν
πολλά σημεία διωγμών και εξισλαμισμών των Ελλήνων  για να εξυπηρετηθεί η ελληνοτουρκική φιλία,
που τότε «στερεώνονταν» με την προοπτική της κοινής ένταξης στο ΝΑΤΟ. Κρίθηκε
ακόμη  αναγκαίο να μη δημοσιευθεί για
πολλά χρόνια   μία  γραπτή αναφορά στην επώδυνη ιστορία του
Ποντιακού Ελληνισμού για να μην υπάρξουν προβλήματα, αφού  το έργο της Τατιάνας Γκρίτση- Μιλλιέξ «Η
Τρίπολη του  Πόντου»,
 το οποίο γράφτηκε το 1952 είδε το φως της
δημοσιότητας μόλις  το 1976. Ο Δ.  Ψαθάς, στο ομολογουμένως σημαντικότατο βιβλίο
του («Γη του Πόντου») όχι μόνο για το περιεχόμενό του αλλά και για  τη χρονική περίοδο που εκδόθηκε όταν το
ζήτημα των Ελλήνων της Ανατολής ήταν στο περιθώριο,  τονίζει σχετικώς με το ζήτημα αυτό, στον
πρόλογό του: «….Ούτε επιτρέπεται να θυσιάζουμε την ιστορική αλήθεια σε καμία
σκοπιμότητα, όπως, δυστυχώς, καθιερώθηκε να γίνεται απ΄ τον καιρό που χαράχτηκε
η λεγόμενη ελληνοτουρκική φιλία. Η άστοχη τακτική της αποσιώπησης των γεγονότων
της Ιστορίας  ήταν ίσως κι΄  ένας απ΄ τους λόγους που τόσο άσκημα
πορεύτηκε η «φιλία» με τους Τούρκους. Να ρίξουμε τον πέπλο της λήθης στο
παρελθόν αλλά να ξέρουμε, όχι να κρύβουμε…
.».Ο
Μιχ. Χαραλαμπίδης αναφέρει ότι  «το
σύμφωνο φιλίας απέδειξε  αργότερα ότι δεν
ήταν λάθος μόνο στον αποσβεστικό συμψηφισμό των ανοικτών λογαριασμών ανάμεσα
στην Ελλάδα και την Τουρκία, το πρόβλημα δηλαδή των εκατέρωθεν περιουσιών,
αλλά  και στη  διατυπωθείσα τότε αντίληψη και ευχή, ότι η
ιστορική λήθη και η παραγραφή των αδικημάτων μπορούσε  να αποτελέσει θεμέλιο της ελληνοτουρκικής
προσέγγισης και ειρηνικής συμβίωσης. Εάν όμως προϋπόθεση της υπογραφής του
συμφώνου ήταν η παραίτηση από τις προσφυγικές
περιουσίες, ένα άλλο στήριγμα του συμφώνου ήταν η παραίτησή τους και από
την ιστορική μνήμη και ταυτότητα…..».
  «Να ξεχάσουμε» ήταν η παρότρυνση της
περιόδου εκείνης, ενώ ο Βενιζέλος  έλεγε
τα εξής στους πρόσφυγες  που
διαμαρτυρόταν: «Εβάσταξεν ο αγών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ας τον ονομάσω
«δίκην»  επτά αιώνας. Τώρα εβγήκε μία
απόφασις οριστική διά της συνθήκης της Λωζάννης. Εγώ δεν έχω όρεξιν ούτε έφεσιν
να κάμω, ούτε και αναψηλάφησιν και σας συνιστώ ,το ίδιο να κάμετε και σεις»
.  Έτσι εάν με τη
Συνθήκη της Λωζάννης οι ελληνικοί πληθυσμοί του οθωμανικού κράτους
θυσιάστηκαν  για να εξασφαλιστεί η
ενότητα  στη σύγχρονη Ελλάδα, με τη
συνθήκη της ελληνοτουρκικής φιλίας του 1930, ο
μόχθος και κόπος των προσφύγων θυσιάστηκαν και πάλι για να εξασφαλιστούν
τα σύνορα της Ελλάδας.

Η πολιτική της ελληνοτουρκικής φιλίας
συνεχίστηκε  και  στις επόμενες δεκαετίες και αποτέλεσε  μαζί με την κοινή ελληνοτουρκική ένταξη και
πορεία στο ΝΑΤΟ, το κεντρικό σημείο αναφοράς των κυβερνήσεων καθώς και των  στρατιωτικών καθεστώτων της 4ης
Αυγούστου 1936 και της 21ης Απριλίου 1967, παρά τους διωγμούς των
Ελλήνων που συνεχιζόταν.  Γι’ αυτό
και  διαπιστώθηκε η μεγάλη και προκλητική
απουσία των εκφράσεων των προσφυγικών πληθυσμών σε όλες τις θεσμικές
«πολιτισμικές εκφράσεις». Χαρακτηριστικό
παράδειγμα η παντελής απουσία των προσφυγικών  σωματείων από τις εκατοντάδες χιλιάδες  παραστάσεις των καθεστώτων και από την
πολιτικής τους «περί άρτου και θεάματος» που θεωρητικά πρόβαλλαν τον
πατριωτισμό. Επίσης πρέπει να προσθέσουμε και
το κλείσιμο πολλών προσφυγικών συλλόγων αυτή την περίοδο. Η Θράκη, η  Μικρά Ασία, ο Πόντος, η Καππαδοκία, η
Κωνσταντινούπολη, Ίμβρος, Τένεδος,
απουσίαζαν, υπήρχαν μόνο στις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού,- η «Σιδερή
Ευρυδόγλου αναζητά την αδελφή της που χάθηκε το 1922 στην Αδριανούπολη…..»
–  λες και δεν υπήρξαν ποτέ, ενώ το νεοτουρκικό
και κεμαλικό καθεστώς που δημιούργησε τους αγνοούμενους, επειδή έμεινε
ατιμώρητο, συνέχισε να πράττει το ίδιο και στη συνέχεια (Η Κύπρος μετά την
εισβολή και κατοχή της Τουρκίας το 1974 είναι το πιο χαρακτηριστικό
παράδειγμα).   Έτσι όταν στην Ελλάδα  εμφανιζόταν μία διαφορετική έκφραση του
προσφυγικού ζητήματος  τότε έμπαιναν σε
λειτουργία οι μηχανισμοί μη πρόκλησης και μη αναμόχλευσης του παρελθόντος και
της προώθησης  καλών σχέσεων με την
Τουρκία. Παράλληλα ένα σημαντικό μέρος της Θράκης και του ελληνικού της
πληθυσμού που χάθηκε  στην ανατολική
Ρωμυλία,  λησμονήθηκε επίσης στη δίνη των
βαλκανικών εντάσεων και αντιπαραθέσεων
και μετέπειτα στον παραλογισμό του Ψυχρού Πολέμου. Εκεί όπου τα ελληνικά
συμφέροντα ταυτίστηκαν με ξένα και η αλήθεια παραμερίστηκε προς όφελος εφήμερων
και πρόσκαιρων λογικών και μαζί με κρατικούς και παρακρατικούς  μηχανισμούς,
λειτουργούσαν κατασταλτικά στο πεδίο
της μνήμης και της ιστορίας.

 

ΓΤ: Πρακτικά πως μπορεί να σπάσει ο
φαύλος κύκλος του επαρχιωτισμού και της δουλικότητας ώστε να ελπίσουμε σε
δυναμικότερη και αξιοπρεπέστερη παρουσία μας στη διεθνή σκοπιμότητα ;

ΘΜ: Ο κύκλος που αναφέραμε πιο πάνω, της λήθης και της συνειδητής
παραχάραξης και αποσιώπησης των γεγονότων συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του
1990, όταν οι Θρακιώτες, οι Πόντιοι, οι Ίωνες, οι Καππαδόκες, οι Κωνσταντινουπολίτες,
Ίμβριοι, Τενέδιοι,   κατανόησαν ότι δεν
μπορούσε να κινηθεί ένας σύγχρονος άνθρωπος μόνο με ένα μέρος της ιστορίας του.
Δεν έφτανε για να ζήσει μόνο με αυτό.
Η ανάδειξη της κυριότερης αιτίας για την διακοπή  συνέχειας του Ελληνισμού που ζούσε στο
οθωμανικό κράτος, της Γενοκτονίας ήταν η αρχή για ένα νέο κύκλο
διεκδίκησης.   Οι Έλληνες πέρασαν στο
στάδιο της αυτογνωσίας στη δεκαετία του 1980 και στις αρχές του 1990, όταν
διοργάνωσαν τα παγκόσμια συνέδρια, τα οποία εκτός των άλλων ανέδειξαν πτυχές
του μαζικού διωγμού των προγόνων τους.
Η ανάδειξη της γενοκτονίας των Ελλήνων
οδήγησε στα σχετικά νομοσχέδια αναγνώρισης από την ελληνική πολιτεία, η
οποία βεβαίως δεν μπόρεσε να αποδεσμευτεί από πολιτικές και λογικές και να
κινηθεί και στην ουσία των νόμων αναγνώρισης της γενοκτονίας και σε
πρωτοβουλίες για τη διεθνοποίηση του μαζικού εγκλήματος. Το κενό αυτό κάλυψαν
συλλογικές πρωτοβουλίες Ελλήνων στο εξωτερικό και διανοούμενοι, έχοντας
πρακτικά αποτελέσματα με αναγνωρίσεις από ξένα κοινοβούλια και παρεμβάσεις σε
διεθνείς οργανισμούς.

Έτσι παρά την προκλητική
παρουσία της Ελλάδας  ως κρατικής
οντότητας, μέχρι σήμερα την γενοκτονία των Ελλήνων έχει αναγνωρίσει η Βουλή των
Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Βουλή της Σουηδίας και της Αρμενίας,   και διάφοροι φορείς  των ΗΠΑ.
Επίσης την 30η Απριλίου 2009 η βουλή της Νότιας Αυστραλίας και η
Βουλή της Νέας Νότιας Ουαλίας το 2013
αναγνώρισε με ψήφισμα της τη Γενοκτονία. Την  υπόθεση έχει απασχολήσει το Οικονομικό και
Κοινωνικό Συμβούλιο του  ΟΗΕ, και τον
Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη μετά από παρεμβάσεις
μη κυβερνητικών οργανώσεων.

Επίσης,
η γενοκτονία τέθηκε στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου (5 Σεπτεμβρίου 2006),  με
την κατάθεση της έκθεσης του Ολλανδού ευρωβουλευτή Camiel
Eurlings, ο  οποίος ανέφερε τις παρατηρήσεις
τους για την πρόοδο της Τουρκίας, στην πορεία για την Ευρωπαϊκή της ένταξη.

Επίσης το Δεκέμβριο του
2007,  η  Διεθνής Ένωση Ακαδημαϊκών για τη
Μελέτη των Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars –IAGS)
αναγνώρισε  με ψήφισμά της τη Γενοκτονία
των Ασσυρίων και των Ελλήνων  στο διάστημα  1914-1923, ψήφισμα στο οποίο κατέληξε μετά
από ψηφοφορία μεταξύ των μελών της. Η προσπάθεια για
την αναγνώριση έχει πολλά εμπόδια και δυσκολίες, ωστόσο επειδή  το ζήτημα αφορά την αλήθεια, δηλαδή μία
βασικές συστατικές ουσίες  της ζωής του
ανθρώπου, το αποτέλεσμα θα είναι νικηφόρο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η υπόψη συνέντευξη παραχωρήθηκε στον γράφοντα από τον
διδάκτωρ κοινωνικών επιστημών και μέλος της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών, για τη
Μελέτη των Γενοκτονιών κο Θεοφάνη Μαλκίδη, στο πλαίσιο του ανέκδοτου βιβλίου «Τα ιδιωτικά για το δημόσιο» και άτυπα
χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του
Πόντου και της Μ. Ασίας και προδημοσιεύεται σήμερα με αφορμή την «Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του
Πόντου
», η οποία καθιερώθηκε να τιμάται την 19 Μαΐου. Στο δεύτερο μέρος της
συνέντευξης, το οποίο θα δημοσιευθεί τις προσεχείς ημέρες, ψηλαφίζονται ζητήματα
τα οποία άπτονται της κοινωνικοπολιτικής καταστάσεως στην Πατρίδα μας και της
προοπτικής παλινόρθωσής της.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016
Πατρικίου Προύσσης
Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου

 


[*] Ο Θεοφάνης
Μαλκίδης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη από γονείς πρόσφυγες από την
Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης. Είναι διδάκτωρ κοινωνικών επιστημών και
μέλος της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών η οποία το
2007 αναγνώρισε, μετά από ψηφοφορία μεταξύ των μελών της, τη Γενοκτονία των
Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων. Έχει πραγματοποιήσει παρεμβάσεις για το
ζήτημα της Γενοκτονίας των Ελλήνων και των Αρμενίων, εκτός και εντός Ελλάδας
και για τη δραστηριότητά του έχει βραβευθεί από δημόσιους και άλλους φορείς,
τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό. Το 2009 πραγματοποίησε τις συνομιλίες
με την αρμόδια επιτροπή του ιδρύματος που είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία της
ελεύθερης διαδικτυακής εγκυκλοπαίδειας wikipedia, το οποίο έδωσε την άδεια
λειτουργίας της wikipedia στην ποντιακή διάλεκτο (http//pnt.wikipedia.org.)
Επιμελήθηκε το διδακτικό εγχειρίδιο του Ρόναλντ Λεβίτσκι για τη «Γενοκτονία των
Ελλήνων του Πόντου» στην αγγλική γλώσσα (έκδοση Σύλλογος Ποντίων Σικάγο
«Ξενιτέας») και το μετέφρασε και στην ελληνική, ενώ έχει μεταφράσει στην
ελληνική γλώσσα,  βιβλία για τη
Γενοκτονία των Ελλήνων και των Αρμενίων. Τα κείμενα του Θεοφάνη Μαλκίδη έχουν
μεταφρασθεί στην αρμενική, αγγλική, γαλλική, ιταλική, ισπανική, ρωσική,
τουρκική, βουλγαρική και αλβανική γλώσσα.

 

 

0 Σχόλια

Άφησε ένα σχόλιο

©2017 Eikonografies.com - Community & Media Όροι χρήσης | Cookies | Επικοινωνία | Design and Development by Studio el Greco

Κοινοποιήσεις
ή

Συνδεθείτε με τα στοιχεία σας

ή    

Ξεχάσατε τα στοιχεία σας;

ή

Create Account