Εφαρμόζοντας το πολυθρησκειακό Πρόγραμμα για το μάθημα των Θρησκευτικών ο κ. Φίλης και το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), αποδεικνύουν την ασέβεια και την περιφρόνησή τους για το ισχύον νομικό καθεστώς της χώρας και, κατά τη γνώμη μας, διαπράττουν δύο αδικήματα σε βάρος των ορθοδόξων μαθητών, εκείνο του Προσηλυτισμού και αυτό της ανισονομίας, για τους παρακάτω λόγους: α) Είναι ξεκάθαρο, από νομικής πλευράς, ότι το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να είναι αμιγώς Ορθόδοξο Χριστιανικό για τους Ορθόδοξους μαθητές.

Ο νόμος 1566/1985, αρθρ. 1, ορίζει ότι ο σκοπός της εκπαίδευσης είναι να υποβοηθεί τους μαθητές, όπως, εκτός των άλλων, «διακατέχονται από πίστη στην πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης Χριστιανικής παράδοσης».

β) Με βάση τον Αστικό Κώδικα (άρθρ. 1581), παρ. 1, η επιμέλεια του τέκνου από τους γονείς του περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την εκπαίδευση.
Όπως ορίζει επίσης το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου, υποχρεώνεται κάθε συμβαλλόμενο Κράτος να σέβεται το δικαίωμα των γονέων, όπως εξασφαλίζουν την μόρφωση και την εκπαίδευση των τέκνων τους, σύμφωνα με τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις. Το δικαίωμα αυτό των γονέων δεν επιτρέπεται να προσβάλλεται από κανένα, ούτε φυσικά από την πολιτεία, η οποία δεν μπορεί να επιβάλει στα τέκνα τους θρησκευτική αγωγή, διαφορετική από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Κατά συνέπεια, η οποιαδήποτε μετατροπή του χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών παραβιάζει τα δικαιώματα των ορθοδόξων γονέων, όπως επανειλημμένως έχει γίνει δεκτό και από το Συμβούλιο της Επικρατείας και πρόσφατα από το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Χανίων.

γ) Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών δεν είναι ορθόδοξο, αφού τάσσεται, ανοικτά, εναντίον του ορθόδοξου χαρακτήρα των θρησκευτικών και εναντίον της μεταλαμπάδευσης στους μαθητές των χριστιανικών αξιών, θεωρώντας τη μεταλαμπάδευση αυτή ως θρησκευτική απολυτότητα (οδηγ. Εκπαιδ., σ. 52), ενώ προσηλυτίζει σε ένα πολυθρησκειακό κράμα (ΠΣ, σ. 12, 29, 31, 40 κ.ά.) και οδηγεί στον συγκρητισμό (ΠΣ, σ. 11-13, 19, 23, 51, 93-94, 97, 102 κ.ά.).

δ) Το νέο Πρόγραμμα αποτελεί μία διδασκαλία, ποικίλων θρησκευτικών πεποιθήσεων, περιεχόμενο της οποίας είναι ένα πολτοποιημένο μείγμα που καταργεί τις διαφορές, συσχετίζει και αναμειγνύει, σε κάθε ενότητά του, στοιχεία από άσχετες και ξένες μεταξύ τους, ως προς τη θεολογική τους φύση, πίστεις (Χριστιανισμός, Ιουδαϊσμός, Ισλαμισμός, Ινδουισμός, Βουδισμός, Ταοϊσμός, Κομφουκιανισμός), σαν να έχουν την ίδια αλήθεια, σημασία και έννοια (ΠΣ, σ, 113). Το πολτοποιημένο αυτό μείγμα, ορίζεται με διάφορα ονόματα: θρησκεία (ΠΣ σ. 19, 25), ο κόσμος της θρησκείας ( ΠΣ σ. 23 ), θρησκευτικές παραδόσεις ( ΠΣ σ, 23 ), θρησκευτικό φαινόμενο στην πολυμορφία του (ΠΣ σ.25 ), οι θρησκείες του Κόσμου (ΟΔ. ΕΚΠ 97-99).
ε) Πρόκειται για μια διεθνώς μοναδική πειραματική απόπειρα, μείξεως διαφορετικών θρησκειών και διδασκαλίας τους σε μαθητές, η οποία οδηγεί σαφώς σε εντελώς εσφαλμένα και αντιφατικά επιστημονικά αποτελέσματα.

στ) Το Πρόγραμμα αυτό θεωρεί κατηχητισμό τη διδασκαλία της Ορθοδοξίας σε ορθοδόξους, αλλά από την άλλη πλευρά επιβάλλει «κατήχηση» σε ένα θρησκευτικό σχετικισμό, που δημιουργεί σύγχυση στους ορθόδοξους μαθητές και τους οδηγεί στον συγκρητισμό και στην εκκοσμίκευση.

ζ) Το Πρόγραμμα είναι ασύμβατο με την διδασκαλία και την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που είναι πίστη σε έναν και όχι σε πολλούς Θεούς. η) Η διδασκαλία του Προγράμματος του ΙΕΠ στις θρησκείες δεν αποσκοπεί σε μια απλή πληροφόρηση για τις θρησκείες, αλλά σε μία βιωματική «κατανόηση», δηλαδή στη εμφύτευση στη συνείδηση των μαθητών ενός ατομικού πλαισίου συγκρητιστικών θρησκευτικών πεποιθήσεων προς την κατεύθυνση μιας διαθρησκειακής εκκοσμικευμένης πνευματικότητας, που καταργεί τον κοινό για όλους τους πιστούς χριστοκεντρικό προσανατολισμό της διδασκαλίας, που μέχρι τώρα είχε το μάθημα των Θρησκευτικών και τον μετατρέπει σε ανθρωποκεντρικό – συγκρητιστικό.

θ) Λόγω της μη συμβατής -από επιστημονικής και θεολογικής πλευράς- συνεξέτασης του Χριστιανισμού με άλλες Θρησκείες, στρεβλώνονται όροι και θέματα, προκειμένου να συσχετιστούν συναφειακά: π.χ.: Διδάσκονται σύμβολα και ονόματα του Θεού, από όλες τις θρησκείες, ως να πρόκειται για τον ίδιο Θεό (ΠΣ, 38, 51), το Ορθόδοξο Βάπτισμα διδάσκεται ως αντίστοιχο των τελετών ενηλικίωσης των Εβραίων και των Μουσουλμάνων (ΠΣ σ. 57), οι Χριστιανοί άγιοι συσχετίζονται με τα ιερά πρόσωπα θρησκειών (ΠΣ σ. 61), η Αγία Γραφή με τα ιερά βιβλία των θρησκειών (ΠΣ σ. 62, 70-71), η μετάνοια, η νηστεία, η άσκηση της Σαρακοστής, με τη νηστεία, το διαλογισμό, τη γιόγκα στις Θρησκείες (ΠΣ σ. 72-73) κ.ά.

Επισημαίνεται ότι στο νέο αυτό μόρφωμα είναι αντίθετη σύσσωμη η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδας (απόφαση της 9ης Μαρτίου 2016), η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων, το Άγιον Όρος και ο ορθόδοξος, στην πλειονότητά του, ελληνικός λαός. Εξάλλου, εξαιτίας του πολυθρησκεικού ή πανθρησκειακού του χαρακτήρα, το Πρόγραμμα έχει κριθεί ως μη ορθόδοξο και πνευματικά επικίνδυνο για παιδιά από την ΚΔ’ Συνδιάσκεψη των Εντεταλμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών και Μητροπόλεων, από έγκριτους και ειδήμονες Επιστήμονες σε λίαν υψηλού επιπέδου πανελλήνια και διεθνή Επιστημονικά Συνέδρια και Ημερίδες, σε πλήθος έγκυρων άρθρων και δημοσιευμάτων αλλά και από το βήμα τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών.

Με βάση τα παραπάνω, απορεί κανείς, πώς είναι δυνατό ο Υπουργός Παιδείας και το ΙΕΠ να θέτουν πεισματικά σε εφαρμογή ένα αντορθόδοξο και αποδομημένο στη κοινή πολιτισμική συνείδηση Πρόγραμμα για τα Θρησκευτικά, γνωρίζοντας:

α) Ότι δεν επιτρέπεται η οποιαδήποτε νόθευση του μαθήματος με περιεχόμενο ξένο προς το αμιγές ορθόδοξο χριστιανικό.

β) Ότι η εισαγωγή ενός τέτοιου πολυθρησκειακού μαθήματος στην ελληνική εκπαίδευση συνιστά το ποινικό αδίκημα του προσηλυτισμού, καθόσον διδάσκει τους ορθόδοξους μαθητές, με κατηχητικό και βιωματικό τρόπο, άλλες πίστεις, με στόχο την αποορθοδοξοποίησή τους. Ταυτόχρονα τους προσανατολίζει, δια του περιεχομένου του, σε αμφιταλάντευση περί του εάν η πίστη, την οποία πρεσβεύουν είναι σωστή ή όχι ή πρέπει να την αμφισβητούν, έστω και απλώς προβληματιζόμενοι (δρ. Γ. Κρίππας, Γνωμοδότηση 11-2-2013).

γ) Ότι, ταυτόχρονα, τίθεται επί τάπητος το θέμα της ισονομίας των ορθοδόξων Ελλήνων έναντι των Ελλήνων, που ανήκουν σε άλλες θρησκευτικές κοινότητες. Ενώ δηλαδή οι Μουσουλμάνοι, οι Εβραίοι και οι Ρωμαιοκαθολικοί απολαμβάνουν -και καλώς- το δικαίωμά τους να διδάσκονται τα τέκνα τους τη δική τους αμιγώς και αποκλειστικώς πίστη, οι ορθόδοξοι γονείς είναι οι μόνοι που υφίστανται, εκ μέρους της Πολιτείας, άνιση μεταχείριση και υποτίμηση, εφόσον δεν διδάσκεται στα τέκνα τους αμιγώς η δική τους ορθόδοξη πίστη, ως να είναι κατώτερη από την πίστη των άλλων θρησκευόμενων πολιτών της χώρας.

Ο Ορθόδοξος Έλληνας πολίτης, ως άνθρωπος και μέλος του κοινωνικού συνόλου αλλά και της Εκκλησίας, θα πρέπει να απολαμβάνει ισότιμα τα ίδια συνταγματικά δικαιώματα με όλους τους άλλους και, μάλιστα, υπό την εγγύηση του κράτους, με βάση την αρχή της ισονομίας και της αναλογικότητας (Σύνταγμα, άρθρ. 4 και 25).

Ηρακλή Ρεράκη
Καθηγητή Παιδαγωγικής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ

0 Σχόλια

Άφησε ένα σχόλιο

©2017 Eikonografies.com - Community & Media Όροι χρήσης | Cookies | Επικοινωνία | Design and Development by Studio el Greco

Κοινοποιήσεις
ή

Συνδεθείτε με τα στοιχεία σας

ή    

Ξεχάσατε τα στοιχεία σας;

ή

Create Account