Ο Αριστείδης ήταν ένα νεαρό παλικάρι, έξυπνο, τίμιο κι εργατικό, από αγροτική οικογένεια, με πολλά χτήματα και χωράφια. Στη δουλειά και στο μυαλό κανείς δεν τον έφτανε. Ήταν ακούραστος, δυνατός, πεισματάρης, από το σκαρί του αδύνατος, όλο νεύρο. Όλα τα είχε, αλλά υπήρχε και κάτι που του ’λειπε: Το μπόι. Όχι πώς ήτανε μπιτ τριπίθαμος ο άνθρωπος, αλλά να, ήρθε η ώρα που θα ’θελε να ’τανε λίγο πιο ψηλός. Κι αυτή η ώρα έφτασε όταν του ’γινε ένα προξενιό από μια μακρινή συγγενή τους.

Ήρθε το λοιπόν η προξενήτρα στο σπίτι του ένα φθινοπωρινό απόγεμα. Πήρε  προφυλάξεις, μην υποψιαστούν οι γειτόνοι τον σκοπό της επίσκεψης. Γιατί μπορεί από κακία να βάζανε λόγια και να χαλάγανε το προξενιό. «Ε, συμπεθέρα, μήμπως σας ήρθε από δω καμιά ξένη κότα;» φώναξε όταν πέρασε την αυλόπορτα. Βγήκαν έξω οι γονείς, την υποδέχτηκαν με χαρά και την πέρασαν στο δωμάτιο. «Αμή δεν ήρθα για την κότα, τους είπε, ήρθα για να σας κάνω προξενιό για τον Αριστείδη!», τους είπε.

Οι γονείς άκουσαν με μεγάλο ενδιαφέρον την καλή πρόθεση της προξενήτρας. Κι αμέσως τη ρώτησαν να τους πει ποια είναι η νύφη. «Είναι μια κοπέλα πολύ έξυπνη και πολύ όμορφη, δυο μέτρα μπόι, τους είπε˙ άξια και δουλευταρού, πρώτη στο θέρος και στο τρύγος…  Αμή να δείτε τα κεντήματά της, τα εργόχειρά της και τον αργαλειό της, δε θα το πιστεύετε… Χρυσοχέρα… Κι έχει κι ένα σωρό περιουσία… Ελιές, αμπέλια και χωράφια! Είναι η πρώτη του χωριού!» «Αμή πες μας και ποια είναι!» ξανάπαν οι γονείς. «Είναι η Μαρία του Γιώρ’ Γκίκα!». Οι γονείς κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους κι έλαμψαν τα μάτια τους από χαρά. «Για κοίτα σύμπτωση, σκέφτηκαν˙ μόλις προχτές είχαμε πιάσει την κοπέλα στο στόμα μας και λέγαμε τι καλά που θα ’τανε να τηνε κάναμε νύφη μας!». «Κι η οικογένεια της νύφης ξέρει για το προξενιό;» ρώτησαν. «Ξέρει, όλα τα ξέρει, κι είναι σύμφωνοι! Ξέρουνε πόσο καλό κι άξιο παιδί είναι ο Αριστείδης σας… Τα έχω κανονίσει όλα! «Κι η κοπέλα τι λέει;», ξαναρώτησαν. Εδώ η προξενήτρα κόμπιασε: «Κι αυτή σύμφωνη είναι… Αλλά επειδής δε γνωρίζει τον γαμπρό, είπε ότι θέλει να τόνε ιδεί από μακριά, πριν να πει το ναι». «Και πού θα τόνε ιδεί;». «Κι αυτό το έχω κανονίσει, είπε αυτή˙ την Κυριακή που μας έρχεται, γίνεται ο γάμος του γιου του Γιάνν’ Ντούνη. Το απόγεμα θα γίνει στην αυλή τους ο χορός, με όργανα, και θα μπει μέσα και πολύς ξένος κόσμος να ιδεί το γλέντι. Θα πάω κι εγώ μαζί με τη Μαρία, τάχατες πως κοιτάζουμε τον χορό, θα πάει κι ο Αριστείδης με τους φίλους του και θα σταθεί πιο πέρα. Θα τόνε ιδώ εγώ και θα της τόνε δείξω. Και μόλις αυτή πει το ναι, εγώ θα σας ειδοποιήσω, να πάτε να κουβεντιάσετε με τους γονείς για την προίκα». Εδώ οι γονείς του Αριστείδη έμειναν σκεφτικοί: «Εσύ τι λες, θα της αρέσει ο γαμπρός; Γιατί η Μαρία είναι νταρντάνα, κι ο Αριστείδης μας κοντός… Θα το πει το ναι;», τη ρώτησαν. «Αμή θα το πει και θα πει κι ένα τραγούδι… Κι όχι να πει, θα φάει κι ένα σκαμπίλι από τον πατέρα της και τι θα κάνει; Θα δεχτεί! Μόνο ρωτήστε τον Αριστείδη κι άμα του αρέσει κι αυτουνού η κοπέλα, να κάνει όπως τα είπαμε». «Αμή κι αυτουνού του αρέσει, γιατί προχτές μας το ’λεγε», της είπανε αυτοί. Ευχαρίστησαν την προξενήτρα κι αυτή πήρε όλο χαρά τον δρόμο για το σπίτι της νύφης, να τους πει τα ευχάριστα, ότι το προξενιό είναι ήδη μισοτελειωμένο.

Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ο Αριστείδης γύρισε κατάκοπος από τη δουλειά. Ξέζεψε το άλογο, έπλυνε τα χέρια και το πρόσωπο και κάθισε στο τραπέζι να του βάλουν να φάει. Κι όταν τέλειωσε το φαγητό του, του ’παν τα καθέκαστα: «Το και το, ήρθε στο σπίτι μας η τάδε και μας κάνει προξενιό τη Μαρία!». Ο Αριστείδης πήδησε από τη χαρά του. Ένας κρυφός έρωτας τον έκαιγε τόσο καιρό γι’ αυτή την κοπέλα, αλλά δεν τολμούσε να φανταστεί ότι θα μπορούσε να την παντρευτεί. Γιατί σκεφτόταν ότι θα φαινόντουσαν αταίριαστο ζευγάρι, αυτή πρώτο μπόι κι αυτός κοντός. Και να που ’ρθανε έτσι τα πράματα και τ’ όνειρό του φάνηκε ότι θα μπορούσε να ’βγαινε αληθινό. Όταν όμως του ’πανε για τη συνάντηση, που ’χε σχεδιάσει η προξενήτρα για την Κυριακή τ’ απόγεμα, τα βρήκε ζόρικα. Δίστασε λίγο, αλλά στο τέλος αποφάσισε: «Θα πάω, είπε, κι ό,τι γίνει! Τι έχω να χάσω;».

Ήρθε τ’ απόγεμα της Κυριακής κι από νωρίς ο Αριστείδης ετοιμαζόταν σα να ’τανε γαμπρός: Πλύθηκε, λούστηκε, ξυρίστηκε κόντρα, φόρεσε το καλό παντελόνι, τα καλά παπούτσια κι άσπρο φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο. Από μέρες είχε συνεννοηθεί με τους φίλους του, να πήγαιναν μαζί να δούνε το γλέντι του γάμου, χωρίς να τους πει τίποτα για το προξενιό. Βγήκε από το σπίτι του και συνάντησε τους φίλους στην πλατεία. «Σα γαμπρός έχεις ντυθεί κι έχεις ξουριστεί σήμερα!», παρατήρησε ένας απ’ αυτούς, λες κι ήτανε βαλτός.

Πριν αρχίσει να πέφτει το σκοτάδι, κινήσανε για το σπίτι που θα γινότανε το γαμήλιο γλέντι. Όταν πέρασαν την αυλόπορτα, τα όργανα έπαιζαν, ο χορός είχε αρχίσει, ο κόσμος είχε γεμίσει την αυλή κι εξακολουθούσε να ’ρχεται. Οι καλύτερες θέσεις, γύρω από τον κύκλο του χορού, είχανε πιαστεί, ενώ τα μικρά παιδιά κι οι νεαροί είχαν σκαρφαλώσει πάνω στον ασβεστωμένο μαντρότοιχο. Οι φίλοι αναγκάστηκαν να σταθούν πίσω, μπροστά από τον τοίχο. Και καλά, οι άλλοι που ’χανε λίγο μπόι, κάτι βλέπανε, αλλά ο Αριστείδης τι να ’βλεπε; Κι ο καημός του δεν ήταν ο χορός, αλλά που δε θα μπορούσε να τόνε δει η νύφη. Κοίταζε δεξιά, κοίταζε αριστερά κι αναζητούσε να βρει μια λύση. Κι η λύση βρέθηκε γρήγορα: Είδε δίπλα τους ένα μεγάλο αναποδογυρισμένο καζάνι, με δυο πιθαμές ύψος, που ήταν παρατημένο κοντά στον τοίχο. «Αυτό το καζάνι θα με σώσει!», σκέφτηκε. Ανέβηκε πάνω κι έβαλε τους φίλους του να σταθούνε δίπλα του και μπροστά του, για να καλύπτουν το σώμα του. Από κει έβλεπε τα πάντα κι όλοι μπορούσαν να τόνε δούνε.

Σε λίγο είδε τη νύφη να ’ρχεται, αγκαζέ με την προξενήτρα. Αυτές κάνανε πώς κοιτάζανε το χορό, αλλά ο Αριστείδης διέκρινε το ερευνητικό μάτι της προξενήτρας, που κοίταζε γύρω – γύρω. Γρήγορα τον είδε, αλλά κι η ίδια απόρησε για το μπόι του. Κατάλαβε τι είχε σκαρώσει ο πονηρός. «Όσο μπόι του λείπει, τόσο μυαλό έχει ο άτιμος!», σκέφτηκε. Ο γαμπρός φαινόταν τώρα κούκλος, σαν ένα από τα πιο ωραία παλικάρια του χωριού: Ψηλός, ένα κεφάλι ψηλότερος από τους φίλους του, γελαστός, με πυκνά μαύρα μαλλιά και ζωηρό βλέμμα, με ωραίο άσπρο πουκάμισο. Κι  ενώ αυτός έκανε τον αδιάφορο, με την άκρη του ματιού του είδε την προξενήτρα να εξηγεί στη νύφη πού έπρεπε να κοιτάξει για να τόνε δει. Η κοπέλα φάνηκε ότι τον είδε. Αμέσως οι δυο γυναίκες κάτι σχολιάσανε μεταξύ τους. Όμως η νύφη γύρισε μετά πολλές φορές το βλέμμα της για να ξανάβλεπε το γαμπρό. Κι ο Αριστείδης κατάλαβε…

Όταν μετά από πολλή ώρα γύρισε στο σπίτι της, τρέξανε οι γονείς της να τη ρωτήσουνε για τις εντυπώσεις της. «Καλός είναι… Και πολύ ψηλός… Αφού θέλετε και σεις, ας τελειώσει και το προξενιό!», τους είπε με προσποιητή αδιαφορία. Απορήσανε αυτοί για το «ψηλός», αλλά δε μιλήσανε. «Κάποιο λάθος θα έκανε η κόρη μας, σκέφτηκαν˙ κάποιον άλλονε θα είδε και τον πέρασε για τον γαμπρό… Αλλά κι όχι να ’λεγε, δε θα πέρναγε το δικό της!».

Την άλλη μέρα φώναξαν την προξενήτρα. «Ο γαμπρός άρεσε στη Μαρία μας!», της είπαν. «Αυτό το ξέρω πριν από σας!» απάντησε αυτή. Μετά κανόνισαν την υπόλοιπη διαδικασία του προξενιού. Κι ένα βράδυ οι «συμπεθέροι» συναντήθηκαν κρυφά στο σπίτι του γαμπρού, συζητήσανε για την προίκα, συμφωνήσανε και το προξενιό είχε αίσιο τέλος. Κι όπως σ’ όλα τα προξενιά, ο γαμπρός δεν ήταν παρών στην κουβέντα.  Βρισκότανε σ’ ένα γειτονικό συγγενικό σπίτι, δήθεν για επίσκεψη, και περίμενε με αγωνία το αποτέλεσμα. Κι όταν οι συμπεθέροι δώσανε τα χέρια, βγήκανε στην αυλή κι ανακοίνωσαν τον αρρεβώνα. Τ’ αδέρφια του γαμπρού πήρανε το δίκαννο κι έριξαν απανωτές ντουφεκιές στον αέρα.

Άκουσε τις ντουφεκιές ο γαμπρός και σηκώθηκε από την καρέκλα σαν ελατήριο. «Αρρεβωνιάστηκα!», φώναξε χαρούμενος στους έκπληκτους συγγενείς του κι έτρεξε για το σπίτι του. Το μήνυμα διαδόθηκε σαν αστραπή κι όταν μπήκε στην αυλή πολλοί γείτονες είχαν ήδη μαζευτεί εκεί και συζητούσαν για το ευχάριστο νέο. «Να ζήσετε, καλά στέφανα!», του φώναξαν όταν τον είδαν. Αυτός προχώρησε βιαστικά, αγκάλιασε τα πεθερικά και τους  γονείς του και φίλησε το χέρι τους. «Σας περιμένουμε να ’ρθετε αύριο το βράδυ στο σπίτι μας, να φάμε όλοι μαζί και να γνωρίσετε και τη νύφη!», είπανε φεύγοντας τα πεθερικά.

Το άλλο βράδυ ολόκληρη η οικογένεια του Αριστείδη βρισκότανε στο σπίτι της νύφης. Τους υποδέχτηκαν στην αυλόπορτα με αγκαλιές, γέλια και χαρές. Η νύφη δεν είχε βγει έξω, περίμενε μέσα. Τη φώναξαν και βγήκε στην πόρτα. Χαιρέτησε πρώτα τα πεθερικά, αλλά γρήγορα το βλέμμα της έπεσε στον γαμπρό. Παραλίγο να της έρθει ταμπλάς. Γιατί τώρα το πρόσωπο που έβλεπε μπροστά της, ήτανε δυο πιθαμές κοντύτερο από το προχτεσινό. Κι αυτή δίπλα του ήταν ένα κεφάλι ψηλότερη. «Όχι, δεν είναι δυνατόν!… Μόι τι τσιλιφήνα1  είν’ αυτός; Πώς έμπασε έτσι;», αναρωτήθηκε.

Όμως τώρα ήταν πολύ αργά, δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Άγγιξε το χέρι του με κρύα χειραψία και κρύα καρδιά. Μπήκανε μετά στο δωμάτιο, στρώσανε το τραπέζι, βάλανε πλούσιους μεζέδες και κρασί κι άρχισε το φαγοπότι. Η νύφη με τη μάνα της σέρβιραν κι εξυπηρετούσαν τους συμπεθέρους. Όμως βλέποντας  ξανά η νύφη τον γαμπρό, έτσι όπως ήταν καθιστός και κουβέντιαζε, της φάνηκε ξύπνιος, ζωηρός και συμπαθητικός. «Δε βαριέσαι, καλός είναι, σκέφτηκε˙ και το μπόι μια ιδέα είναι… Γιατί και όχι να έλεγα, και το δικό μου δε θα πέρναγε και το χαστούκι θα ’τρωγα!».

Γλωσσάρι
τσιλιφήνα˙ αντί τσιληβήθρα. Το μικρό και λεπτό πουλί σουσουράδα.

Γιάννης Πρόφης
Λαογράφος

 

 

 

 

 

0 Σχόλια

Άφησε ένα σχόλιο

©2017 Eikonografies.com - Community & Media Όροι χρήσης | Cookies | Επικοινωνία | Design and Development by Studio el Greco

Κοινοποιήσεις
ή

Συνδεθείτε με τα στοιχεία σας

ή    

Ξεχάσατε τα στοιχεία σας;

ή

Create Account