Τα κείμενα της Π. Δ. κάνουν πολλές αναφορές στο πρόσωπο του Χριστού. Άλλοτε μιλώντας με εικόνες, άλλοτε με σύμβολα και άλλοτε με τον λόγο των προφητών. Ο Απ. Παύλος υποστηρίζει ότι η Π. Δ. είναι «παιδαγωγός εις Χριστόν». Ανάμεσα στα κείμενα αυτά σημαντική θέση κατέχει ο λόγος του προφήτη Ησαΐα για τον «δούλο του Κυρίου» και τα παθήματά του.

Σύμφωνα με τον Ησαΐα ο Κύριος λέει: «Ο δούλος μου θα προκόψει, θα υψωθεί, θα δοξασθεί, θ’ ανέβει πολύ ψηλά» (52,13). Ο «δούλος ή ο παις του Κυρίου», είναι ο υπηρέτης, αυτός που εκτελεί με πιστότητα το θέλημα του Κυρίου. Φαίνεται να μην έχει εξουσία, να μην έχει δύναμη. Τα πάντα που αφορούν στον ίδιο τα έχει δώσει στην υπακοή του Θείου θελήματος. Αυτή η υπακοή τον αναδεικνύει και σε γνήσιο Υιό της υπακοής. Δεν έχει δικό του θέλημα. Εμπιστεύεται ως Υιός απόλυτα το θέλημα του Πατέρα του. Γι’ αυτό και υπηρετεί με απόλυτη αφοσίωση το έργο που έχει αναλάβει. Στο πρόσωπο του «δούλου» δεν θα βρούμε εγωισμό, διεκδίκηση δικαιωμάτων ή αντεκδίκηση, αλλά μόνο θυσία και προσφορά, που προϋποθέτουν αγάπη. Αγάπη καθαρή και απροϋπόθετη, άδολη και γνήσια. Γι’ αυτό ο Ησαΐας επισημαίνει: «Ο Κύριος ο Θεός μου ’δωσε γλώσσα μαθητή… κάθε πρωί με κάνει να περιμένω αχόρταγα σαν μαθητής, τη διδαχή ν’ ακούσω. Ο Κύριος ο Θεός την ακοή μου άνοιξε».(50,4-5).

            Υπόδειγμα υπακοής ο «δούλος» για όλους τους ανθρώπους, όλων των εποχών. Αυτό το συναντάμε στη δική του προσευχή, την Κυριακή, που λέμε καθημερινά στον Θεό Πατέρα: «γενηθήτω το θέλημά σου»∙ αλλά και πριν ο Ίδιος εκτελέσει την επιθυμία του Θεού Πατέρα, λίγο πριν  από το πάθος Του, όπου ως άνθρωπος προσευχήθηκε στον κήπο της Γεθσημανή, εκφράστηκε με παρόμοιο τρόπο: «ουχ ως εγώ θέλω πάτερ, αλλ’ ως συ». Είναι η ίδια στάση απέναντι στον Θεό Πατέρα με συνέπεια και υπακοή. «Δούλος» πραγματικός, που αλλάζει με τη ζωή του τα δεδομένα αυτού του κόσμου, που ανατρέπει τα καθεστώτα. Πρόκειται για στάση ελευθερίας και υπέρβασης του Εγώ, χωρίς περιορισμούς και όρια. Τελικά ο «δούλος του Κυρίου» δεν υπηρετεί ένα εγωιστικό πρόσταγμα κάποιου «μονάρχη», αλλά τους πολλούς «ίνα σωθώσι». Δεν χάνεται, αλλά διασώζεται και αναδεικνύεται δια των πολλών, δι’ όλου του κόσμου, που υπηρετεί. Και ο προφήτης προλέγει αυτό το γεγονός: «Ο δούλος μου θα προκόψει, θα εξυψωθεί, θα δοξασθεί, πολύ ψηλά θ’ ανέβει».(52,13). Φαίνεται πως χάνει, κι όμως κερδίζει. Φαίνεται πως χάνεται κι όμως αναδεικνύεται. Ο καρπός της υπακοής είναι πολύ πλούσιος. Πλουτίζει τους μετέχοντας.

Προχωρώντας στην περιγραφή του «δούλου του Κυρίου» ο Ησαΐας μας λέει εύστοχα: «Τη ράχη μου έδωσα σ’ αυτούς που με μαστίγωναν και το σαγόνι μου σ’ αυτούς που μού  ‘διναν ραπίσματα. Δεν έκρυψα το πρόσωπό μου, όταν με βρίζανε και μ’ έφτυναν».(50,6). Και σ’ άλλο σημείο: «Πολλοί έχουν εκπλαγεί γι’ αυτόν, γιατί ήταν τόσο παραμορφωμένη η όψη του. Διέφερε  από την όψη των ανθρώπων». (52,14). Κι αλλού προσθέτει: « Αυτός φορτώθηκε τις θλίψεις μας κι υπέφερε τους πόνους τους δικούς μας». (53,4).

Ο προφήτης βλέπει με όραση καθαρή τα παθήματα του «δούλου», σαν να βρίσκεται μπροστά στα γεγονότα. Τα περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες, κι ας έζησε 800 χρόνια πριν απ’ τον Χριστό. Οι σκηνές που περιγράφει θυμίζουν αυτές που ξετυλίχθηκαν στο Ιουδαϊκό Συνέδριο κατά τη δίκη του Ιησού: «Τότε ενέπτυσαν εις το πρόσωπον αυτού και εκολάφισαν αυτόν, οι δε εράπισαν…»(Ματθ.26,67)∙ αλλά και στο Πραιτώριο: «Οι στρατιώται του ηγεμόνος παραλαβόντες τον Ιησούν… και εκδύσαντες αυτόν περιέθηκαν χλαμύδα κοκκίνην και πλέξαντες στέφανον εξ ακανθών επέθηκαν επί την κεφαλήν αυτού… και εμπτύσαντες εις αυτόν έλαβον τον κάλαμον και έτυπτον εις την κεφαλήν αυτού»(Ματθ. 27.27-30).

            Στη συνέχεια ο Ησαΐας απαντάει σε ένα σοβαρό θέμα που ανακύπτει από το πάθος του «δούλου του Κυρίου». Βλέποντας το μέγεθος του πάθους εκφράζει ό,τι οι άνθρωποι της κάθε εποχής θεωρούν ως αιτία παθημάτων στη ζωή των ανθρώπων. Την τιμωρία από τον Θεό. Γράφει σχετικά: «Εμείς νομίζαμε πως όλα όσα τον βρήκαν ήταν πληγές και ταπεινώσεις από τον Θεό».(53,4). Πρόκειται για μια απλοϊκή εκτίμηση, όπου ο Θεός, άλλοτε τιμωρός και άλλοτε παιδαγωγός, επιβάλλει ποινές και αποκαθιστά την «ηθική» τάξη και «παιδαγωγεί». Έφταιξες; Θα πληρώσεις. Δεν πρόκειται όμως γι’ αυτό. Ο «δούλος» φορτώνεται τις δικές μας αμαρτίες από αγάπη, για να τις θεραπεύσει. Δέχεται να σηκώσει το δικό μας βάρος, για να το ελαφρύνει, για να δώσει λύση. Αυτό σημαίνει ότι διαθέτει αγάπη ακένωτη και δρα εν ελευθερία. Άλλη προϋπόθεση δεν μπορεί  να υπάρξει για τόσο μεγάλο πάθημα, παρά μόνον η αγάπη. Γι’ αυτό και η πράξη του αυτή είναι λυτρωτική για όλους. Για να υπολογίσουμε το μέγεθος της αγάπης του, πρέπει να υπολογίσουμε το μέγεθος της ανομίας των ανθρώπων… «Άβυσσος άβυσσον επικαλείται». Είναι ξεκάθαρος ο προφήτης σε ό,τι γράφει: «Μα ήταν αιτία οι αμαρτίες μας, που αυτός πληγώθηκε, οι ανομίες μας, που αυτός εξουθενώθηκε. Για χάρη της δικής μας σωτηρίας εκείνος τιμωρήθηκε και στις πληγές του βρήκαμε εμείς τη γιατρειά… Μα, ο Κύριος έκανε να πέσει πάνω του όλων μας η ανομία».(53,5-6).

Βλέποντας οι άνθρωποι τα όσα έπαθε ο «δούλος» και κρίνοντας επιπόλαια, χωρίς κριτήρια σοβαρά αλλά με προϋποθέσεις πρόχειρες – ρηχές, είπαν: «Τέτοιος που ήταν, καλά να πάθει». Είτε γιατί δεν έψαξαν σε βάθος τα γεγονότα, είτε γιατί φοβήθηκαν είτε γιατί το πνεύμα της εποχής οδηγούσε σε μια εκτίμηση ανάλογη είτε από αδιαφορία και γι’ αυτό του γύρισαν την πλάτη. Επισημαίνει ο Ησαΐας: «Ήταν περιφρονημένος από τους ανθρώπους και εγκαταλελειμμένος. Άνθρωπος φορτωμένος θλίψεις, του πόνου  σύντροφος, έτσι που να γυρίζουν απ’ αλλού οι άνθρωποι το πρόσωπό τους. Τον αγνοήσαμε σαν  να ’ταν ένα τίποτα, του δώσαμε την καταφρόνια μας κι εκτίμηση ούτε μια στάλα».(53,3).

Αυτή η περιγραφή είναι η διαχρονική αντιμετώπιση των ανθρώπων απέναντι στο πάθος του Χριστού. Δείχνει την έλλειψη των ίδιων προϋποθέσεων. Ο «δούλος» ενεργεί με αγάπη, δεν φροντίζει για τον εαυτό του, είναι αφομοιωμένος με τους άλλους, «τους ελάχιστους αδελφούς του». Οι άνθρωποι κρίνουμε με κριτήρια απόλυτης φιλαυτίας. Δεν χωράει στα μέτρα μας ένας «δούλος», ένας υπηρέτης. Αυτό το θεωρούμε υπερβολικό. Εύκολα του γυρίζουμε την πλάτη ή και τον κλείνουμε έξω από την καρδιά μας. Η σχέση μας με τον «δούλο του Κυρίου» μας θυμίζει τη συνάντηση του μεγάλου Ιεροεξεταστή με τον ταπεινό Ιησού, στη διήγηση του Ντοστογιέφσκι…

            Στην προφητεία του Ησαΐα μένουμε κατάπληκτοι βλέποντας τον τρόπο που ο «δούλος» υπομένει τον πόνο και τα βασανιστήρια. Γράφει ο προφήτης: «Βασανιζόταν κι όμως ταπεινά υπέμεινε, χωρίς παράπονο κανένα. Σαν πρόβατο που τ’ οδηγούνε στη σφαγή, καθώς  το αρνί στέκεται άφωνο μπροστά σ’ αυτόν που το κουρεύει, ποτέ του δεν παραπονέθηκε. Κακόπαθε, καταδικάστηκε και οδηγήθηκε μακριά… Τον εξαφάνισαν από των ζωντανών τον κόσμο. Για τις αμαρτίες μας χτυπήθηκε απ’ το θάνατο… Κι όμως δεν είχε πράξει ανομία καμιά και δόλος δεν είχε βρεθεί στο στόμα του».(53,7-9).

Το ήθος του «πάσχοντα δούλου» ξεπερνάει τα ανθρώπινα μέτρα. Έχει τόση ταπείνωση που δεν αισθάνεται αδικημένος απ’ όσα του κάνουν. Γι αυτό και δεν εκφράζει παράπονο ή διαμαρτυρία. Στέκεται άφωνος μπροστά στα βασανιστήρια, σαν το αρνί, που το κουρεύουν. Κι όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, έχει ζωή αγίου. Μοιάζει με τον αναμάρτητο Θεό. «Δεν έχει πράξει ανομία καμιά και στο στόμα του δε βρέθηκε δόλος». Σε άλλη περίπτωση, άνθρωπος που πάσχει άδικα, δημιουργεί θύελλα αντιδράσεων, απειλές για εκδίκηση, κατάρες. Ο προφήτης «βλέπει» τα γεγονότα να ξετυλίγονται μπροστά του, όπως συνέβησαν στην πραγματικότητα, όπως τα διηγούνται τα Ευαγγέλια. Γράφει ο Λουκάς: «Επηρώτα δε αυτόν (ο Ηρώδης) εν λόγοις ικανοίς∙ αυτός δε ουδέν απεκρίνατο αυτώ»(23,9). Αλλά και ο Ματθαίος συμπληρώνει την εικόνα: « εν τω κατηγορείσθαι αυτόν υπό των αρχιερέων και πρεσβυτέρων, ουδέν απεκρίνατο. Τότε λέγει αυτώ ο Πιλάτος∙ ουκ ακούεις πόσα σου καταμαρτυρούσι; Και ουκ απεκρίθη αυτώ προς ουδέ έν ρήμα, ώστε θαυμάζειν τον ηγεμόνα λίαν»(27,12-14). Κατά δε τη Σταύρωσή του αποδέχεται πλήρως όσα υφίσταται και μάλιστα αρνείται να απαλύνει τον πόνο του.  Δεν πίνει το μίγμα από «όξος μετά χολής μεμιγμένον», που του δίνουν. Μάλιστα την ώρα που κορυφώνεται ο πόνος, οδηγεί τον «ευγνώμονα ληστή» στη μετάνοια, στον Παράδεισο, συγχωρεί τους σταυρωτές του και φροντίζει για τη μητέρα του. Ως άνθρωπος, τα πάντα τα χρώσταγε σ’ αυτήν. Ο «δούλος του Κυρίου» δεν είναι απλά ένας καλός άνθρωπος, που πάσχει. Είναι ο σαρκωμένος Χριστός, που υπηρετεί ως «δούλος» το σχέδιο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία των ανθρώπων.

Η θυσία του «δούλου» δεν πήγε χαμένη ούτε έγινε άσκοπα. Απεναντίας, έγινε αιτία να υπάρξει η συνειδητοποίηση της αμαρτίας και στη συνέχεια η άφεση. Ο «δούλος του Κυρίου» σήκωσε πάνω του τις αμαρτίες των ανθρώπων και τους απάλλαξε από την ενοχή. Το μόνο που ζητάει είναι η μετάνοια. Προσέλαβε την αμαρτία, για να τη θεραπεύσει. «Το γαρ απρόσληπτον και αθεράπευτον». Δέχτηκε το θάνατο και τον  μεταποίησε σε ζωή. Την ανομία την έκανε υπακοή στο Θείο θέλημα. Την απομάκρυνση από το Θεό την μετέτρεψε σε επιστροφή σ’ Αυτόν και ένωση μαζί Του. Γι’ αυτό και «μεσιτεύει υπέρ των αμαρτωλών».(53,12).Έχει την παρρησία, με όσα έπραξε χάριν των ανθρώπων και ιδιαίτερα με την υπακοή και τη θυσία του, να μεσιτεύει υπέρ των ανθρώπων. Είναι σαφής ο Ησαΐας. Ο λόγος του είναι ευαγγελικός. Τονίζει το ίδιο γεγονός μαζί με τον απόστολο Παύλο: «Είς γαρ Θεός, είς και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς»(Α΄ Τιμ. 2,5).

            Ο «δούλος του Κυρίου» παρουσιάζεται, ως άνθρωπος, πλήρως «αφομοιωμένος» με τον Υιό του Θεού, ο οποίος εκτελεί με ακρίβεια το σωτήριο θέλημα του Θεού. Μ’ αυτή του τη συμπεριφορά «έκανε τη ζωή του θυσία έξιλέωσης».(53,10). Έδωσε τον εαυτό του, ως λύτρο, για χάρη όλων. « Ο δούς εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων». (Α΄ Τιμ. 2,6).

Το έργο του «δούλου» πέτυχε και δια των παθημάτων, που υπέστη. Το αποτέλεσμα είναι η σωτηρία των ανθρώπων. Γι’ αυτό ο «δούλος» θα γευτεί τον καρπό της υπακοής και της θυσίας του. Γράφει ο προφήτης: «Ύστερα από την ταλαιπωρία της ψυχής του, η αμοιβή του θα’  ναι να χορτάσει φως».(53, 11).

Στη δική μας πνευματική Παράδοση το φως είναι ενωμένο με την Ανάσταση, τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, με την αιωνιότητα, με τη ζωή. Ταυτίζεται με το Χριστό. «Εγώ ειμί το φως του κόσμου», λέει ο Ίδιος. Και καθώς οδηγούμαστε στην ημέρα της «λαμπροφόρου» Αναστάσεως, επιμένουμε, πως το φως για το οποίο μιλάει ο προφήτης, δεν είναι υλικό, από πηγή υλικής προέλευσης, από τον ήλιο ή τους αστέρες, αλλά πνευματικό, χαροποιό, αναγεννητικό. «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια∙ εορταζέτω γουν πάσα κτίσις την έγερσιν Χριστού, εν η εστερέωται»(Αναστ. καν.).

Ο ταπεινός και ταπεινωμένος «δούλος του Κυρίου», πλέον είναι αναστημένος και φωτοδότης∙ ο ανακαινιστής του σύμπαντος κόσμου και απάσης της ανθρωπότητας. Πλέον μια νέα δημιουργία υπάρχει στον κόσμο, η Εκκλησία, όπου τα διασκορπισμένα τέκνα του Θεού ενώνονται σε νέα κοινωνία φωτός και χαράς. «Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ, η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε».(Αναστ. καν.).

Ο «δούλος του Κυρίου» τελικά οδήγησε, δια της υπακοής του στο Θεό, όλους τους ανθρώπους στην ελευθερία και στην όντως Ζωή.

 

0 Σχόλια

Άφησε ένα σχόλιο

©2017 Eikonografies.com - Community & Media Όροι χρήσης | Cookies | Επικοινωνία | Design and Development by Studio el Greco

Κοινοποιήσεις
ή

Συνδεθείτε με τα στοιχεία σας

ή    

Ξεχάσατε τα στοιχεία σας;

ή

Create Account