Στο Λειμωνάριο (βιβλίο με συλλογή βίων μοναχών, γραμμένο από το μοναχό Ιωάννη Μόσχο) αναφέρεται το εξής περιστατικό: Στην Αγία Κορυφή του Όρους Σινά υπήρχε συνήθεια, στα πολύ παλιά χρόνια, να τελείται Θεία Λειτουργία την ημέρα της Πεντηκοστής. Συνέρρεε εκεί πλήθος μοναχών από τις γύρω Σκήτες και τα Ερημητήρια. Ένα φοβερό γεγονός έγινε κάποια φορά κατά τη διάρκεια της Θείας Ευχαριστίας, πριν μιανθεί και παραβιαστεί η πνευματική αξία του τόπου, η Αγία Κορυφή και ο όλος τόπος από τις ορδές των απίστων και βαρβάρων. Όταν ο ιερέας έκανε την πρώτη εκφώνηση της Αγίας Αναφοράς, «τον επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κεκραγότα και λέγοντα…», ακούστηκε ένα φοβερό βουητό από όλα τα γύρω βουνά μαζί, που έμοιαζε με αντίλαλο και είχε ήχο φωνής. Και η γεμάτη δέος και φόβο αυτή βοή απάντησε στην εκφώνηση του Λειτουργού Ιερέως, «Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Σου, Ωσαννά εν τοις υψίστοις, Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Ωσαννά εν τοις υψίστοις». Αυτή η ακατάληπτη ομιλούσα βοή επαναλάμβανε συνεχώς τον ύμνο μέχρι που τελείωσε η Θεία Λειτουργία!!! Από τους παρευρισκόμενους μοναχούς και ασκητές άκουσαν αρκετοί αυτό το παράξενο και υπερκόσμιο βουητό, αλλά όχι όλοι. Μόνο εκείνοι που είχαν κατάλληλα αυτιά για να ακούνε τους ουράνιους ύμνους των Αγγέλων.

Τι γιορτάζει η Εκκλησία μας την ημέρα της Πεντηκοστής;

Οι Πράξεις των Αποστόλων περιγράφουν με παραστατικό τρόπο το γεγονός της Πεντηκοστής (Πράξ. 2,1-13). Δέκα μέρες ύστερα από την Ανάληψη του Χριστού, οι έντεκα μαθητές Του (ο Ιούδας είχε αυτοκτονήσει) γύρισαν στα Ιεροσόλυμα και συγκεντρώθηκαν στο ίδιο σπίτι. Ήταν ο Πέτρος και ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίος, ο Θωμάς και ο Ματθαίος, ο Ιάκωβος ο γιός του Αλφαίου, ο Θαδδαίος ή Λεββαίος, και ο Σίμων ο Κανανίτης ή Ζηλωτής. Όλοι μαζί, σαν μια ψυχή, παρέμεναν στο υπερώο (ο χώρος που έγινε η Μυστικός Δείπνος), στον πάνω όροφο του σπιτιού όπου και άλλοτε μαζεύονταν. Εκεί μαζί με την Παναγία Μητέρα του Κυρίου και εκατόν είκοσι περίπου άλλους πιστούς, προσεύχονταν με θέρμη. Περίμεναν με λαχτάρα να έρθει σ’ αυτούς «ο Παράκλητος», το Άγιο Πνεύμα.

Στο διάστημα αυτό συμπλήρωσαν με θαυμαστό τρόπο την κενή θέση του Ιούδα του Ισκαριώτη. Ανάμεσα απ’ αυτούς πού είχαν παρακολουθήσει από την αρχή τον Κύριο και ήταν μάρτυρες της Αναστάσεως, καθώς όριζε σχετική προφητεία, διάλεξαν το Ματθία και τον Ιούστο. Μετά από θερμή προσευχή στον Κύριο να παρουσιάσει τον καλύτερο για τη θέση του νέου Αποστόλου, διάλεξαν με κλήρο το Ματθία. Αυτός πήρε τη θέση του δωδέκατου Αποστόλου και ζητούσε το φωτισμό του Θεού, για να φανεί άξιος στο αποστολικό αξίωμα.

Κατά την ημέρα της Πεντηκοστής οι Απόστολοι μαζί με άλλους πιστούς βρίσκονταν στο υπερώο όπου και προσεύχονταν. Ήταν η ώρα εννέα το πρωί, όταν ξαφνικά ακούστηκε μια παράδοξη βοή σαν δυνατός αέρας  που γέμισε το σπίτι, και κάτι σαν γλώσσες φωτιάς στάθηκαν πάνω από το κεφάλι κάθε μαθητή. Ήταν το Άγιο Πνεύμα! (Συναξάρι).

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, σε λόγο του για την αγία Πεντηκοστή, αναφέρει τα εξής: Την Πεντηκοστή εορτάζουμε και την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και την πραγματοποίηση της υποσχέσεων (του Χριστού) και την εκπλήρωση της ελπίδας. Τελειώνουν, λοιπόν, όσα έχουν σχέση με το σώμα του Χριστού, ή μάλλον με τη σωματική παρουσία Του. Αρχίζουν δε όσα έχουν σχέση με το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα πάντοτε υπήρχε και υπάρχει και θα υπάρχει, δεν έχει ούτε αρχή, ούτε τέλος, αλλά είναι πάντοτε ενωμένο και αριθμείται μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό. Το Άγιο Πνεύμα πάντοτε και αιώνια μεταλαμβάνεται (με τις θείες ενέργειές Του), δεν μεταλαμβάνει,… αγιάζει δεν αγιάζεται, κάνει τους (ανθρώπους) Θεούς, δεν θεώνεται αυτό προς Εαυτό, και προς εκείνους με τους οποίους είναι ενωμένο, είναι πάντοτε το ίδιο και απαράλλακτο. Αόρατο, άχρονο, αχώρητο, αναλλοίωτο, υπεράνω από κάθε έννοια ποιότητας, ποσότητας και μορφής, αψηλάφητο, κινούμενο αφ’ Εαυτού, κινούμενο συνεχώς, έχοντας αφ’ Εαυτού εξουσία, (…) παντοδύναμο.  Είναι ζωή και πρόξενος ζωής, το φως και χορηγεί φως, αφ’ Εαυτού αγαθό και πηγή αγαθότητας. Πνεύμα ευθύ, ηγεμονικό, κάνει τους ανθρώπους ναούς, οίκους Του, οδηγεί, ενεργεί,  διανέμει χαρίσματα. Είναι Πνεύμα υιοθεσίας (κάνει τους ανθρώπους υιούς Θεού), αληθείας, σοφίας, συνέσεως, γνώσεως, δυνάμεως, φόβου (θείου). Δια του Αγίου Πνεύματος γνωρίζεται ο Πατήρ και δοξάζεται ο Υιός, και από Αυτούς μόνο γνωρίζεται Αυτό, είναι δηλαδή τα τρία πρόσωπα Εν, μία είναι η λατρεία και η προσκύνηση (που προσφέρεται), μία η δύναμη, η τελειότητα, ένας ο αγιασμός (που παρέχεται).

Με μορφή γλωσσών δε (κατήλθε το Άγιο Πνεύμα) εξ αιτίας της συγγένειας προς το Λόγο. Πύρινων δε, διότι ο Θεός μας είναι πυρ (κατά μίαν εικόνα της απροσίτου Θείας ουσίας), και «πυρ καταναλίσκον» (φωτιά που κατακαίει και αφανίζει) τη μοχθηρία. Και εχωρίστηκαν (οι γλώσσες), διότι τα χαρίσματα (που εχορήγησε) ήταν πολλά και διάφορα, εκάθισαν δε, επειδή η εξουσία Του είναι βασιλική, και επειδή αναπαύεται εις τους αγίους, αφού και τα χερουβείμ είναι θρόνος του Θεού. Στο υπερώο δε, διότι θα ανέβαιναν και θα υψώνονταν από χάμω (πνευματικά) αυτοί που επρόκειτο να Το δεχθούν, αφού και με Θεία ύδατα (αγγελικές δυνάμεις) στεγάζονται ουράνια υπερώα (ο θρόνος του Θεού) και υμνείται ο Θεός.

Ο Άγιος Ιωάννης ο  Χρυσόστομος, στους δύο λόγους περί Πεντηκοστής, αναφέρει, μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα:

Σήμερα πια φθάσαμε στην κορυφή των αγαθών και γιορτάζουμε τη Μητρόπολη των εορτών. Και όλα τα άλλα όσα στολίζουν την Εκκλησία του Χριστού από εκεί προέρχονται, το φωνάζει ο Παύλος, «για όλα αυτά τα χαρίσματα ενεργεί το ένα και μοναδικό Άγιο Πνεύμα, που τα μοιράζει, όπως θέλει στον καθένα χωριστά». «Όπως θέλει», λέει, κι όχι όπως διατάχθηκε. Μοιράζει δεν Μοιράζεται. Και όπως η φλόγα αυτή που μπορούμε να τη βλέπουμε με τα μάτια μας, όταν παραλάβει τον πηλό που είναι μαλακός τον κάνει γερό κεραμίδι, έτσι ακριβώς και η φλόγα του Αγίου Πνεύματος, όταν παραλάβει μία ψυχή συνετή, ακόμη και αν τη βρει πιο μαλακιά από τον πηλό, την κάνει πιο γερή κι από το σίδερο. Και κάνει ξαφνικά πιο καθαρό από τον ήλιο, εκείνον που ήταν μέχρι τώρα μολυσμένος από την ακαθαρσία των αμαρτιών. Ο Χριστός είπε: «Όποιος μ’ αγαπά θα εφαρμόσει στην ζωή του τις εντολές μου, κι εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα μου και Εκείνος θα σας στείλει άλλο βοηθό, το Άγιο Πνεύμα, για να μείνει μαζί σας αιώνια». (Ιω.14, 15-17)

Όπως, λοιπόν, είπε ο Χριστός για τον εαυτό του ότι «Ναι, εγώ θα είμαι μαζί σας κάθε μέρα ώσπου να τελειώσει η επίγεια ζωή», και γι΄ αυτό μπορούμε να γιορτάζουμε κάθε μέρα τα Θεοφάνια, έτσι είπε για το Άγιο Πνεύμα ότι βρίσκεται αιώνια μαζί μας και γι αυτό μπορούμε να γιορτάζουμε κάθε μέρα την Πεντηκοστή.

Και όταν ήταν πια ημέρα της Πεντηκοστής παρουσιάστηκαν και διαμοιράστηκαν στους μαθητές γλώσσες όμοιες με φλόγα. Όχι γλώσσες από φλόγα, μα γλώσσες όμοιες με φλόγα για να μη νομίσεις πως είχε τίποτα το υλικό το Άγιο Πνεύμα.

Σε κάποιο άλλο σημείο ο Άγιος αναφέρει: Γι’ αυτό λοιπόν, εμφανίσθηκε το Άγιο Πνεύμα με μορφή γλωσσών και σαν πύρινες γλώσσες, για το αγκάθι της αμαρτίας που μεγάλωσε πολύ μέσα μας. Γιατί όπως η γη όταν δεν καλλιεργείται, ενώ είναι γόνιμη και πλούσια, βγάζει πολλά αγκάθια, έτσι ακριβώς και η ανθρώπινη φύση, ενώ είναι καλή από το δημιουργό της και κατάλληλη για τα έργα της αρετής, επειδή δε δέχθηκε το άροτρο της ευσεβείας, ούτε το σπόρο της θεογνωσίας, βλάστησε μέσα μας την ασέβεια σαν αγκάθια και άλλα άχρηστα φυτά. Και όπως η επιφάνεια της γης πολλές φορές δεν φαίνεται από τα πολλά αγκάθια και τα άγρια χόρτα, έτσι και η ευγένεια και η αγνότητα της ψυχής μας δεν φαινόταν μέχρις ότου ήλθε ο γεωργός της ανθρώπινης φύσης, έβαλε τη φωτιά του Αγίου Πνεύματος, την καθάρισε και την προετοίμασε να δεχθεί τον ουράνιο σπόρο.

Ο Χριστός πήρε σαν πολύτιμη προσφορά το ανθρώπινο σώμα και μας έδωσε σαν αντάλλαγμα τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Θα κλείσουμε το μικρό μας έντυπο με ένα γεγονός από το βιβλίο «Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία», της Ιεράς Μονής Παρακλήτου:

ΘΕΪΚΗ ΦΩΤΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΠΟΤΗΡΙΟ

Τον περασμένο αιώνα στη Μικρασία έζησε ένας άγιος αλλά αφανής λευίτης, ο π. Ιωάννης. Ήταν έγγαμος, οικογενειάρχης, από το Γκέλβερι της Καππαδοκίας. Τις Κυριακές και τις γιορτές λειτουργούσε στην εκκλησία.

Στη Θεία Λειτουργία σχεδόν πάντοτε ξεσπούσε σε δάκρυα και αναστεναγμούς. Την ώρα μάλιστα του καθαγιασμού η κατάνυξή του κορυφωνόταν. Οι ψάλτες έψαλλαν το «Σε υμνούμεν…» όσο πιο αργά μπορούσαν, αλλά εκείνος καθυστερούσε πέντε, δέκα, δεκαπέντε λεπτά ή και περισσότερο.

Έτσι κι εκείνοι επαναλάμβαναν τον ύμνο μέχρι πέντε ή έξι φορές.
Τελικά, πλησίασαν κάποτε τους επιτρόπους και τους είπαν το πρόβλημά τους. Εκείνοι με τη σειρά τους το διαβίβασαν στο λειτουργό.

-Πάτερ Ιωάννη, συχνά καθυστερείς την ώρα του καθαγιασμού. Οι ψάλτες και ο λαός έξω σε περιμένουν πολλή ώρα. Δεν μπορείς να λες πιο σύντομα την ευχή, για να μη γίνεται χασμωδία;

-Πως θα γίνει αυτό;

-Είναι εύκολο. Εκεί που είσαι πεσμένος μπρούμυτα, να σηκώνεσαι, να σταυρώνεις τα τίμια Δώρα, να λες την ευχή και να τελειώνεις.

-Την ευχή τη γνωρίζω, είναι γραμμένη και στη φυλλάδα, αλλά δεν μπορώ.

-Γιατί δεν μπορείς, πάτερ; Συγχώρεσέ μας, αλλά δεν είναι δύσκολο!

-Αυτό δεν εξαρτάται από μένα, απάντησε ο π. Ιωάννης. Μόλις αρχίσω να διαβάζω την ευχή, η αγία τράπεζα κυκλώνεται από θεϊκή φωτιά που φτάνει τα δυο-τρία μέτρα ύψος.

Έτσι δεν μπορώ να πλησιάσω για να σφραγίσω τα τίμια Δώρα. Με πιάνει φόβος και τρόμος. Δεν ξέρω τί να κάνω. Πέφτω στο έδαφος, κλαίω, αναστενάζω και ικετεύω τον Κύριο να παραμερίσει τις φλόγες για να συνεχίσω.

Ύστερα σηκώνω τα μάτια. Αν έχουν χαθεί οι φλόγες, σηκώνομαι και σφραγίζω τα τίμια Δώρα. Αν όχι, τότε συνεχίζω την ικεσία με δάκρυα και στεναγμούς μέχρι να σβήσει η φωτιά ή να βρεθεί άλλος τρόπος, που θα μου επιτρέψει να μην καώ. Πότε-πότε σβήνει η φωτιά και γίνονται όλα όπως πριν. Άλλοτε πάλι χωρίζουν οι φλόγες δεξιά κι αριστερά σχηματίζοντας καμάρα, οπότε κάνω το τόλμημα, πλησιάζω τρέμοντας και σφραγίζω τα τίμια Δώρα.

Ακούγοντας οι χριστιανοί αυτά τα εξαίσια δεν τον ενόχλησαν άλλη φορά. Ήταν άλλωστε πολύ ευλαβής και εξαιρετικά κατανυκτικός όταν λειτουργούσε. Γι’ αυτό στην ενορία του εκκλησιάζονταν πιστοί κι από γειτονικά χωριά, που περπατούσαν ώρες για να φτάσουν.

Μερικές φορές έρχονταν στη λειτουργία χίλιοι και περισσότεροι πιστοί, και όλοι αυτοί έκλαιγαν. Στο τέλος μάλιστα της θείας αυτής μυσταγωγίας, το δάπεδο της εκκλησίας ήταν βρεγμένο από τα δάκρυά τους, λες και κάποιος είχε ρίξει νερό!

Κρητίδου Αλεξία
Θεολόγος-Οικονομολόγος

 

 

0 Σχόλια

Άφησε ένα σχόλιο

©2017 Eikonografies.com - Community & Media Όροι χρήσης | Cookies | Επικοινωνία | Design and Development by Studio el Greco

Κοινοποιήσεις
ή

Συνδεθείτε με τα στοιχεία σας

ή    

Ξεχάσατε τα στοιχεία σας;

ή

Create Account