Σπυρίδωνος Μαρίνη.

Η πορεία της εκκλησιαστικής τέχνης στις αρχές του 21ου αιώνα έχει πάρει μία έντονη ιδεολογική και θρησκευτική στροφή. Ιδιαίτερα η εκκλησιαστική εικόνα στη συνείδηση του σύγχρονου Έλληνα αποτελεί περισσότερο ένα έργο τέχνης, όπως αυτό διαμορφώθηκε στην δυτική Ευρώπη, παρά μία δογματική αλήθεια της Εκκλησίας, μία αγιογραφία. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι ο όρος «αγιογραφία» απορρίπτεται σήμερα από όλους εκείνους που θέλουν με ιδεολογικά κριτήρια, να υποστηρίξουν την αυτονόμηση της εικόνας από την εκκλησιαστική της σημασία και την ένταξή της στο ευρύ πεδίο της ζωγραφικής. Κάποιοι υιοθετούν τον όρο «εικονογραφία» ως περισσότερο παραδοσιακό του όρου αγιογραφία, ενώ άλλοι επιμένουν στον όρο «βυζαντινή ζωγραφική» για να δικαιώσουν έτσι το καθαρά κοσμικού χαρακτήρα καλλιτεχνικό τους ιδίωμα, που δανείζονται ωστόσο από την εικόνα. Τελευταία μάλιστα αποδώθηκε στον όρο αγιογραφία  η σημασία της συγγραφής του βίου ενός αγίου κι όχι της ζωγραφικής της εικόνας. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα;

Ο όρος «εικονογραφία» όταν χρησιμοποιείται από τους Πατέρες της Εκκλησίας και μάλιστα τους εικονόφιλους, αφορά στη γενική ενέργεια του εικο-νισμού, στη δυνατότητα απεικόνισης κι όχι στη δημιουργική πράξη της ζωγραφικής των εικόνων. Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, για παράδειγμα, τιτλοφορεί το πρώτο θέμα που διαπραγματεύεται στον γ΄ αντιρρητικό του λόγο μ’ αυτή την έννοια μιλώντας «περί της εν σώματι εικονογραφίας του Χριστού»[1]. Παρόμοια και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Οράς, ως της ειδωλολατρείας ένεκα απαγορεύει την εικονογραφίαν και ότι αδύνατον εικονίζεσθαι Θεόν τον άποσον και απερίγραπτον και αόρατον»[2]. Μ’ αυτή την γενική έννοια της δυνατότητας της απεικόνισης, δηλαδή του εικονίζειν, ο όρος «εικονογραφία» πέρασε και στο λατινικό κόσμο. Ιδιαίτερα οι λάτρεις της αρχαιότητας από την εποχή της Αναγέννησης κι εντεύθεν τον ταύτισαν με μία πραγματική επιστήμη: την μελέτη της προσωπογραφίας. Έτσι, εικονογραφία σήμαινε, για τον λατινικό κόσμο, κάθε μελέτη περί των εικόνων (αγαλμάτων, προτομών, νομισμάτων κ.λ.) διάσημων προσώπων της αρχαιότητας. Ο E. Q. Visconti, στον πρόλογο του τρίτομου έργου του «ελληνική εικονογραφία» (icono-graphie grecque), έγραφε: «Ο Πολύβιος έλεγε: ‘το γαρ τας των επ’ αρετή δεδοξασμένων ανδρών εικόνας ιδείν ομού πάσας οιονεί ζώσας και πεπνυμένας, τίν’ ουκ αν παραστήσαι’. Η αρχαία εικονογραφία έρχεται να πραγματοποιήσει την ευχή του Πολύβιου. Να παρουσιάσει την συλλογή όλων των προσωπογραφιών που έχουμε των επιφανών ανδρών της αρχαιότητας. Ίσως ξαφνιαστεί κάποιος από τον μεγάλο αριθμό αυτών των προσωπογραφιών, και ν’ αναρωτηθεί: πώς έφθασαν μέχρις εμάς μέσα από τόσους αιώνες; Ποια είναι τα μνημεία που τις διατήρησαν; Ποιοι είναι οι φωτισμένοι κι εργατικοί άνθρωποι που τις συνέλεξαν για να μας τις παραδώσουνε; Τελικά, ποια μέσα χρησιμοποίησα, ποια μέθοδο ακολούθησα για να τις συγκεντρώσω όλες και να υπερβώ τις δυσκολίες που παρουσίαζε σε κάθε βήμα η υλοποίηση αυτού του τόσο μεγάλου εγχειρήματος; Θα προσπαθήσω ν’ απαντήσω σε κάθε μια από τις δια-φορετικές αυτές ερωτήσεις αρχίζοντας από την έρευνα πάνω στις χρήσεις των προσωπογραφιών, ιδιαίτερα στους Έλληνες και στους Ρωμαίους, που πολλαπλα-σιάστηκαν με τρόπο θαυμαστό κατά την αρχαιότητα»[3]. (…)

Ο όρος «εικονογραφία» στη νεοελληνική της σημασία σημαίνει πρωτίστως απεικόνιση, περιγραφή και κατ’ επέκταση δευτερευόντως, αναλόγως των συμ-φραζομένων και καταχρηστικώς, την ζωγραφική πράξη της λειτουργικής εικόνας, αφού η ευρεία έννοια της εικόνας μπορεί να συμπεριλαμβάνει και μη εκκλησια-στικές αναπαραστάσεις. Πολύ σωστά, επομένως, ο λογογράφος Μ. Βαλσαμίδης στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη, γράφει στο λήμμα εικονογραφία – εικονογράφος: «πρώτον είναι ο «γράφων ή ζωγραφών εικόνας», δεύτερον ο «Καλλιτέχνης ζωγραφίζων τας εικόνας των εικονογραφημένων βιβλίων» και τρίτον ο «ζωγράφος αγίων εικόνων». Είναι ενδεικτικό εδώ, ότι αναγκάζεται να διαχωρίσει τις εκκλησιαστικές εικόνες από τις «κοσμικές» εικόνες προσθέτοντας το επίθετο άγιος. Αντίθετα, στο λήμμα «αγιογράφος» αναφέρει μία και μόνον έννοια: «εικονογράφος αγίων», και «αγιογραφία: η τέχνη του ζωγραφίζειν αγίους και γενικώτερον θρησκευτικάς εικόνας»[4].

Ποιος είναι όμως ο βαθύτερος λόγος που απορρίπτεται σήμερα ο όρος αγιογράφος; Με καθαρά ιδεολογικά (ή ψευδοαισθητικά) κριτήρια ο όρος αγιογραφία ταυτίστηκε από εκσυγχρονιστές αγιογράφους με την αντιγραφή παλαιών εικονογραφικών προτύπων, έτσι όπως την εισηγήθηκε ο Κόντογλου και την κατοχύ-ρωσε στο εγχειρίδιο της Έκφρασής του. (Αυτός είναι και ο λόγος που του χρεώνουν, λανθασμένα, την πρώτη χρήση της λέξεως αγιογραφία για την ζωγραφική των εικόνων.) Οι εκσυγχρονιστές αγιογράφοι, θέλοντας να είναι πάνω απ’ όλα ζωγράφοι κι όχι απλοί αγιογράφοι, όφειλαν να αντιδιαστείλουν την τέχνη τους από εκείνη των οπαδών του Κόντογλου – την τέχνη της αντι-γραφής των παλαιών προτύπων. Έτσι, ερήμην της λεξικογραφίας και της κοινής αποδοχής της λέξης, απέρριψαν τον όρο αγιογραφία, ως συνώνυμο με την στείρα αντιγραφή και επιμένουν στον όρο ζωγραφική των εικόνων, εννοώντας μ’ αυτό έναν χώρο ελεύθερης δράσης της υποκειμενικότητας.

Η ελληνική χρήση της λέξης «αγιογραφία», όμως, δεν είναι επινόηση του Κόντογλου, αφού φαίνεται να είναι σε χρήση ήδη από τον 17ο αιώνα. Συναντάμε τον όρο «αγιογραφία» στον πρόλογο του έργου περί ζωγραφίας, του πατέρα και εισηγητή της δυτικότροπης αγιογραφίας στην Ελλάδα Παναγιώτη Δοξαρά (1662-1729), που εξέδωσε για πρώτη φορά ο Σπ. Λάμ-πρου το 1871. Στον πρόλογο του έργου ο Σπ. Λάμπρου αναφέρει την μαρτυρία ενός συγχρόνου του Δοξαρά, του ιερομονάχου Λεοντίου του Πελοποννησίου, πιθανόν ζωγράφου κι εκείνου κατά τον Σάθα, λάτρη της ιταλικής ζωγραφικής, να εκφράζει την αντίθεσή του για την Βυζαντινή τεχνοτροπία και τους αγιογράφους της με τον εξής χαρακτηριστικό τρόπο: «αλείφουν μόνον τοίχους, σανίδια, πανία με τερατοειδή και παράξενα μορφώματα, και με διεστραμμένα και άτεχνα μέλη και πρόσωπα, και δεν μπορεί τινάς να εγνωρίση εικόνα Χριστού ή Παναγίας, παρά μόνον από το όνομα οπού έχουν γραμμένον. Ομοίως και των άλλων αγίων. Και δεν αισχύνονται οι τρισάθλιοι· παρά μόνον κυττάζουν εις τα αργύρια· και χωρίς να γενούν μαθηταί εξ μηνών ή ενός χρόνου, κηρύττονται παρευθύς διδάσκαλοι ζωγράφοι και αγιογράφοι, βδελυγματογράφοι αληθέστερον ή αγιογράφοι, ότι όποιος τα βλέπει συγχαίνεται και τους βδελύττεται από τέτοια ζωγραφίσματα, οπού εις έργα εκκλησιαστικά, και μάλιστα οπού και δόγμα πίστεως, αντίς να στολίζουν την εκκλησίαν την ασχημίζουν χειρότερα»[5]. Διαπιστώνουμε εδώ, πρώτον, ότι η λέξη «αγιογράφος» ταυτίζεται σαφώς με τον ζωγράφο αγίων και όχι τον συγγραφέα βίων αγίων, και δεύτερον, κάτι πολύ σημαντικό για τη νεότερη ιστορία της εκκλησιαστικής τέχνης. Ο όρος αγιογραφία διαχωρίζεται εννοιολογικά από το περιεχόμενο της λέξης ζωγραφική, η οποία φαίνεται ότι την περίοδο αυτή αρχίζει πλέον να ταυτίζεται αποκλειστικά με την αναπαράσταση νατουραλιστικών αναπαραστάσεων. (…)

Κατ’ αρχήν να επισημάνουμε, ότι, σε όλα τα σύγχρονα λεξικά η λέξη αγιογράφος και αγιογραφία δεν καταχωρείται ως αρχαία ούτε πρωτοχριστιανική αλλά νεώτερη και σημαίνει, όπως είδαμε, τον «ζωγράφο αγίων εικόνων». Αντίθετα, στις λατινογενείς γλώσσες το λατινικό επίθετο Hagiographe (σημαίνει αγιόγραφο) χρονολογείται δε από το 1455 για να δηλώσει τα αγιόγραφα Βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, δηλαδή εκείνα που δεν περιέχονται μέσα στον Μωσαϊκό Νόμο και τους Προφήτες αλλά είναι γραμμένα με θεία έμπνευση, ενώ το ουσιαστικό hagiographe (αγιογράφος) σημαίνει τον συγγραφέα ενός από τα αγιόγραφα βιβλία. Έτσι, από την λέξη hagiographa θα προέλθει το ουσιαστικό «αγιογραφία» (hagiographie, 1826) για να σημάνει τον βίο ενός αγίου, καθώς και το «αγιογραφικός» (hagiographique, 1842) για εκείνο που έχει σχέση με την αγιογραφία δηλαδή την βιογραφία ενός αγίου. Ας έλθουμε όμως στα καθ’ ημάς και ιδιαίτερα στο ρήμα γράφω.

Το αρχαίο ρήμα γράφω αρχικά σημαίνει ξύνω, ξεφλουδίζω, σκαλίζω, χαράζω σημάδια ως σύμβολα πάνω σε μια πλάκα, όπως επίσης και αναπαριστάνω με χαραγμένες γραμμές, ιχνογραφώ, σχεδιάζω, ζωγραφίζω. Έτσι έχουμε το ζωγραφέω και τον ζωγράφο (ζωός-γράφω) εκείνον που απεικονίζει με τη γραφίδα του ένα θέμα από τη ζωή. Οι Πατέρες χρησιμοποιούν την λέξη ζωγράφος αλλά και την λέξη γραφή την οποία ταυτίζουν με την ζωγραφική. Ο Μέγας Βασίλειος μας λέει: «Επεί και πολέμων ανδραγαθήματα και λογογράφοι πολλάκις και ζωγράφοι διασημαίνουσιν, οι μεν τω λόγω κοσμούντες, οι δε τοις πίναξιν εγχαράττοντες…» δηλαδή πολλές φορές τα ανδραγαθήματα των πολέμων παριστάνουν και λογογράφοι και ζωγράφοι, οι μεν δημιουργώντας όμορφα έργα γι’ αυτά με το λόγο, οι δε παριστάνοντας αυτά σε εικόνες. Στον Βίο του αγίου Κωνσταντίνου η ζωγραφική αναφέρεται «χρωμάτων γραφή», ενώ ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πει: «εγώ και την κηρόχυτον γραφήν ηγάπησα ευσεβίας πεπληρωμένην» δηλαδή αγάπησα την γεμάτη ευσέβεια κηρόχυτη ζωγραφική. Διαπιστώνουμε, μ’ άλλα λόγια, ότι ο ιδεολογικός φανατισμός ή μάλλον ο καλλιτεχνικός μας επαρχιωτισμός μάς καθιστά ενίοτε ανιστόρητους αλλά και ξένους προς την παράδοση αυτού του τόπου.

Στο σύγχρονο κόσμο μας, όπου υποβαθμίζεται συνεχώς η ουσιαστική εκκλησιαστική παιδεία και σκοπίμως αποσιωπάται ο βιωματικός θεολογικός λόγος από την θεσμική εκπαίδευση και ενημέρωση, γίνεται περισσότερο αποδεκτός εκείνος που καλείται να μιλήσει για τις εικόνες σαν καλλιτέχνης, ιστορικός της τέχνης ή τεχνοκριτικός παρά ως πιστός και θεολόγος. Ακόμα και η ακαδημαϊκή θεολογία, στην προσπάθειά της να συμβαδίσει με την τάση αυτή και κυρίως να δικαιώσει αυθαίρετους νεωτερισμούς της σύγχρονης εκκλησιαστικής τέχνης, εγκλωβίζεται μέσα στις ιστορικές μεθόδους της αρχαιολογίας και προβάλει μία στείρα, τεχνολογική ανάλυση, μιας δήθεν χριστιανικής αισθητικής, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να παρουσιάσει έναν «εκσυγχρονισμένο» προβληματισμό σχετικά με την εικόνα και την τέχνη της. Όπως είναι επόμενο, η ίδια στάση ακολουθείται και από μέρους του αγιογράφου, μοναχού ή λαϊκού. Πεπεισμένος ότι είναι πάνω απ’ όλα καλλιτέχνης η μέριμνά του στρέφεται προς μία τεχνική και ψευδοαισθητική παρά λειτουργική και θεολογική σχέση με την εικόνα. Έχει καθιερωθεί πλέον στις συνειδήσεις πολλών αγιογράφων, αλλά και απλών πιστών, ότι η παραδοσιακή τεχνοτροπία των εικόνων δεν είναι παρά μία ιστορική εικαστική γλώσσα, άνευ θεολογικής σημασίας που οφείλει να εκσυγχρονιστεί και να μιλήσει μέσα από νέα και σύγχρονα καλλιτεχνικά σχήματα. Οι οπαδοί της καλλιτεχνοκεντρικής αυτής άποψης αρνούνται πλήρως τον χώρο που γέννησε την εικόνα και την τεχνοτροπία της, και που δεν είναι άλλος από την Ευχαριστιακή σύναξη, και θέτουν ως κύριο αίτημα την καλλιτεχνική αναγέννηση, τον τρόπο με τον οποίο θα ζωντανέψει ο καλλιτέχνης την «στείρα» αντιγραφή των παλαιότερων εικονογραφικών τύπων. Μ’ άλλα λόγια η εικόνα και η τέχνη της γίνεται το πεδίο στο οποίο καλείται ο καλλιτέχνης να καινοτομήσει και μάλιστα χωρίς θεματικές ή ηθικές (πάνω σε οποιαδήποτε επιφάνεια) δεσμεύσεις. (Εμφανίστηκε τελευταία ένα είδος βυζαντινού γκράφιτι, η λεγόμενη βυζαντινή street art, «τέχνη του δρόμου»). Ο κυριολεκτικά διακοσμητικός τρόπος προσέγγισης της εικόνας οδηγεί μοιραία στην πρόσληψη της εικόνας και της τεχνοτροπίας της όχι πλέον ως μία εικαστική θεολογία αλλά ως ένα εθνικό καλλιτεχνικό φαινόμενο που έχει, συν τοις άλλοις και θρησκευτική χρήση.

Είναι γεγονός, ότι η θεολογία της εικόνας δεν έγινε ποτέ συστηματικά αντικείμενο σοβαρής μελέτης στον ελληνικό χώρο -κι ας υπήρξε το κεντρικό θέμα της Ζ΄ οικουμενικής Συνόδου. Η παραγνώριση της λειτουργικής και ιδιαίτερα της ευχαριστιακής σημασίας της εικόνας έχει ως αποτέλεσμα την καλλιτεχνική και ιστορική της προσέγγιση από πολλούς σήμερα. Το πνεύμα αυτό διαμορφώθηκε, κατά ένα μεγάλο μέρος, τόσο από τους κληρικούς όσο και από τους λαϊκούς θεολόγους, που θέτουν σε προτεραιότητα τα εικαστικά και παιδαγωγικά στοιχεία της τέχνης των εικόνων. Η προβολή των στοιχείων αυτών συνέβαλε καθοριστικά σε μία περισσότερο ιστορικιστική και τεχνολογική ερμηνεία της εικόνας παρά εκκλησιολογική. Η πλατιά αποδοχή του φαινομένου αυτού έφθασε στην πλήρη παραγνώριση και αλλοίωση της εικόνας ως κατεξοχήν στοιχείου της δογματικής πίστης της Εκκλησίας.

Η ιστορικοκαλλιτεχνική προσέγγιση της εικόνας παρουσίασε, τα τελευταία ιδιαίτερα χρόνια, ραγδαία εξέλιξη λόγω της εμφανίσεως μιας ευρύτερης τάσης, που στόχο έχει την ανανέωση και εξέλιξη της λειτουργικής ζωής και θεολογίας. Κι ενώ αγνοούσαμε πριν από μερικές δεκαετίες σε βάθος την ορθόδοξη θεολογία, την τεχνική και τη λειτουργική σημασία της παραδοσιακής ορθόδοξης εικόνας, ζητάμε σήμερα –με καλλιτεχνικά κριτήρια- να την ανανεώσουμε και μάλιστα να την εξελίξουμε. Αν προσθέσουμε δε και την αρνητική σημασία που απέκτησε η λέξη δόγμα και δογματικός στην καθημερινή μας ορολογία, σημασία που ενέπνευσε και σ’ εμάς τους Ορθόδοξους η αποθρησκειοποίηση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα την άρνηση της δογματικής αλήθειας της εικόνας, καθώς και την όλο και θριαμβεύουσα καλλιτεχνοκεντρική της θεώρηση.

Ο συγγραφέας, του βιβλίου «ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ» ως μελετητής και συντηρητής των εικόνων καταθέτει την προσωπική του σχέση με τις εικόνες και την τέχνη τους. Κατά την διάρκεια πολλών χρόνων προσπάθησε να υπογραμμίσει τον εκκλησιαστικό και ευχαριστιακό χαρακτήρα της ορθόδοξης εικόνας. Η εικόνα, όπως την διδάχθηκε και την διακονεί για περίπου τριάντα χρόνια μέχρι σήμερα, αποτελεί για εκείνον πρώτα ένα σημείο «προσωπικής συνάντησης» μέσα στο χώρο της ορθόδοξης πίστης και δευτερευόντως ένα αντικείμενο μελέτης και διακονίας. Κοινή συνισταμένη που διατρέχει και ενώνει εσωτερικά όλα τα κείμενα της έκδοσης αυτής, είναι η αναζήτηση του νοήματος της ιερής μας τέχνης, αλλά και της θέσης  της μέσα στη ζωή του σημερινού ανθρώπου.

 Από την Εισαγωγή του βιβλίου «Ερμηνεύοντας την εικόνα», εκδόσεις Γρηγόρη, (Ιανουάριος 2016).

 

[1] PG 99, 389C. Ο άγιος χρησιμοποιεί επίσης το επίθετο εικονικός για να σημάνει εκείνο που απεικονίζει την μορφή κάποιου: «Ου μία γουν, είπερ το σέβας ημών πολυπροσκύνητον δια της εικονικής αναστηλώσεως αποδέδεικται…» PG 99, 329B.

[2] Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας, Λόγοι τρεις, κειμ. σχ. Ν. Ματσούκα, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 178.

[3] E.Q. Visconti, Iconographie Grecque, tome I, Paris, 1808, σελ. 1.

[4] Εγκ. Λεξικόν Ελευθερουδάκη, 1927.

[5] Παν. Δοξαρά, περί ζωγραφίας, χειρ. Του 1726 νυν το πρώτον με-τά προλόγου εκδιδόμενον υπό Σπ. Λάμπρου, εν Αθήναις 1871. Εκδ. Εκάτη, σ. ιη΄.

0 Σχόλια

Άφησε ένα σχόλιο

©2017 Eikonografies.com - Community & Media Όροι χρήσης | Cookies | Επικοινωνία | Design and Development by Studio el Greco

Κοινοποιήσεις
ή

Συνδεθείτε με τα στοιχεία σας

ή    

Ξεχάσατε τα στοιχεία σας;

ή

Create Account