Ἡ ἀρχὴ τοῦ πειράματος ποὺ ὁδήγησε στὸ Ἀριστούργημα

Τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο
Ἡ βυζαντινὴ ἀρχιτεκτονικὴ καὶ τέχνη ἔχουν τὶς βάσεις τους στὶς μεγάλες δημιουργίες τοῦ 6ου αἰῶνα. Τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς περιόδου αὐτῆς σημαδεύεται ἀπὸ τὴν βασιλεία τοῦ Ἰουστινιανοῦ Α΄, ὁ ὁποῖος ἀνῆλθε στὸν θρόνο τὸ 527 μ.Χ. Τὰ ἐπιτεύγματα τῆς διακυβέρνησής του εἶναι τόσο λαμπρὰ καὶ θεμελιώδη γιὰ τὴν μορφὴ τῆς αὐτοκρατορίας στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες, ὥστε δίκαια ὀνομάζουμε τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὡς αἰῶνα τοῦ Ἰουστινιανοῦ.

Ἡ περίοδος τῆς βασιλείας του χαρακτηρίστηκε ἀπὸ τοὺς δύο κορυφαίους προβληματισμούς του. Πρῶτον, τὴν ἀνάγκη νὰ ἀποδείξει ὅτι εἶναι ἀντάξιος συνεχιστὴς τῶν σπουδαιότερων μέχρι τότε αὐτοκρατόρων, ἀφοῦ ὁ ἴδιος δὲν καταγόταν ἄμεσα ἀπὸ κάποια δυναστικὴ γενιά. Ἡ ἀμφισβήτηση ποὺ δέχτηκε ἦταν σκληρή, ξεπερνώντας πολλὲς φορὲς τὰ ὅρια μιᾶς ἁπλῆς πολιτικῆς σύγκρουσης, μὲ χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τὴν ἐξέγερση τῶν Δήμων κατὰ τὴν λεγόμενη Στάση τοῦ Νίκα, ποὺ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴ πολλῶν ναῶν καὶ δημοσίων κτηρίων καὶ ἀκολούθως τὴν ἀνέγερση τοῦ σημαντικότερου οἰκοδομικοῦ ἐπιτεύγματος τῆς Βυζαντινῆς περιόδου, τῆς Ἁγίας Σοφίας, ὡς ἀδιαμφισβήτητη ἔνδειξη τῆς ἑδραίωσης τῆς ἐξουσίας τοῦ Ἰουστινιανοῦ.

Ὁ δεύτερος προβληματισμός του εἶχε νὰ κάνει μὲ τὴ δογματικὴ διάσπαση τῶν δύο ἐκκλησιῶν. Βασικὸς στόχος, ἄλλωστε, τῆς στρατιωτικῆς του πολιτικῆς ἦταν ἡ ἀνάκτηση τοῦ Δυτικοῦ τμήματος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ γνωστὴ reconquista. Γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῆς ἐδαφικῆς ἑνότητας μὲ τὴν Δύση, προϋπόθεση ἦταν ἡ ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων φιλίας ἀνάμεσα στὶς δύο ἐκκλησίες. Ἕνας ἀπὸ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Ἰουστινιανὸς ἐπιχείρησε τὴν συμφιλίωση, ἦταν ἡ ἀνέγερση (μὲ χορηγίες του) συμπλεγμάτων ναῶν, στὰ ὁποῖα συνυπῆρχε τὸ Ἀνατολικὸ καὶ Δυτικὸ στοιχεῖο.

Οἱ ἀρχιτεκτονικοὶ τύποι
Στὴν Δύση ὁ ἀρχιτεκτονικὸς τύπος ποὺ ἐπικράτησε ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες εἶναι αὐτὸς τῆς βασιλικῆς. Τὸ ἀρχιτεκτονικὸ μοντέλο τῆς βασιλικῆς ἦταν γνωστὸ καὶ εἶχε χρησιμοποιηθεῖ τόσο ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους ὅσο καὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες. Ἀποτελοῦσε πολυδύναμο χῶρο, ὅπου μποροῦσαν νὰ στεγαστοῦν δικαστήρια, συνελεύσεις καὶ κατὰ τὰ ρωμαϊκὰ χρόνια αὐτοκρατορικὲς ἀκροάσεις ἢ συγκεντρώσεις θρησκευτικῶν ἀδελφοτήτων.

Κάτοψη ναού Αγίου Σεργίου στη Ρέσαφα-Σεργιούπολη.

Μὲ τὸν ὅρο βασιλικὴ στὴν βυζαντινὴ ἐποχὴ νοεῖται ὁ τύπος τῆς ἐπιμήκους ἐκκλησίας, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία καί, σπανιότερα, ἀπὸ πέντε ἢ ἑπτὰ κλίτη. Ἀποτελοῦνταν ἀπὸ τρία μέρη : νάρθηκα, κυρίως ναὸ καὶ ἱερό, ἐνῷ πολὺ συχνὰ εἶχαν στὴν Δυτικὴ πλευρὰ αἴθριο τὸ ὁποῖο διαμορφώνεται μὲ τέσσερεις κιονοστοιχίες. Ἔτσι οἱ ἐξαιρετικὰ ἐπιμήκεις ἀναλογίες δίνουν στὸ κτήριο δρομικότητα, ποὺ συμβαδίζει μὲ τὴν μετάβαση τοῦ πιστοῦ ἀπὸ ἔξω πρὸς τὰ μέσα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ λιγότερο σημαντικὸ στὸ σημαντικότερο μέρος τοῦ ναοῦ.

Ἀντίθετα, στὴν Ἀνατολὴ πέρα ἀπὸ τὴν χρήση βασιλικῶν (μὲ ὁρισμένες παραλλαγὲς) ἀνθίζει καὶ ἡ κατασκευὴ ἑνὸς ἄλλου ἀρχιτεκτονικοῦ τύπου, τοῦ περίκεντρου κτηρίου. Περίκεντρο ὀνομάζουμε ὁποιοδήποτε κτήριο διαμορφώνεται ἔχοντας ὡς κέντρο βάρους ἕνα σημεῖο ἀναφορᾶς, στὸ ὁποῖο οἱ δύο ἄξονες, Βορρᾶ- Νότου καὶ Δύσης-Ἀνατολῆς, τέμνονται κατακόρυφα, ἐνῷ παράλληλα εἶναι ἴσοι.

Ἡ περίκεντρη τυπολογία ξεκινάει ἀπὸ τὰ μαυσωλεῖα, ὅπου σημεῖο ἀναφορᾶς τοῦ κτηρίου εἶναι τὸ ταφικὸ μνημεῖο. Ἡ ἀνάγκη γιὰ ἀνοικοδόμηση κτηρίων στὰ σημεῖα ὅπου τελοῦνταν ἀναμνηστικὲς τελετές, λόγῳ τῆς ἱερότητας τοῦ χώρου, ὁδήγησε στὴν δημιουργία τῶν πρώτων «μαρτυρίων». Τὰ μαρτύρια, ὅπως φανερώνει καὶ ἡ ὀνομασία τους, ἦταν ναοὶ ποὺ ἐγείρονταν πάνω ἀπὸ σημεῖα ὅπου κάτι σημαντικὸ γιὰ τὴν πίστη εἶχε πραγματοποιηθεῖ, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο «μαρτυροῦσαν» τὴν ἀλήθεια τῆς πίστης. Τέτοιοι ναοὶ ἦταν ἡ ροτόντα τοῦ Παναγίου Τάφου στὸν ναὸ τῆς Ἀνάστασης καὶ τὸ ὀκτάγωνο κτίσμα (ποὺ καλύπτει τὸ ὑπόγειο σπήλαιο) στὰ Ἀνατολικὰ τοῦ ναοῦ τῆς Γεννήσεως στὴ Βηθλεέμ. Πρόκειται λοιπὸν γιὰ κτήρια ποὺ θέλουν νὰ δηλώσουν τὴν ἱερότητα ἑνὸς συγκεκριμένου σημείου, γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄξονας ποὺ ὑπερισχύει εἶναι ὁ κατακόρυφος καὶ ὄχι ὁ ὁριζόντιος, ὅπως συμβαίνει στὶς δρομικὲς βασιλικές.

Ὁ Ἅγιος Σέργιος καὶ Βάκχος στὴν Κωνσταντινούπολη
 (Kucuk Ayasofya Camii-τέμενος τῆς Μικρῆς Ἁγίας Σοφίας)
Ἡ οὐσιαστικότερη προσπάθεια τοῦ Ἰουστινιανοῦ γιὰ συμφιλίωση τῶν δύο ἐκκλησιῶν ἴσως λανθάνει πίσω ἀπὸ τὸ συγκρότημα τῶν ναῶν ποὺ ξεκίνησε νὰ χτίζει, πρὶν κιόλας ἀναλάβει τὴν ἐξουσία ἀπὸ τὸν θεῖο του Ἰουστῖνο τὸ 527 μ.Χ. Τὸ συγκρότημα ἀποτελοῦνταν ἀπὸ μιὰ βασιλικὴ ἀφιερωμένη στὸν Ἀπόστολο Πέτρο καὶ Παῦλο καὶ ἕναν ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Σέργιο καὶ Βάκχο. Σύμφωνα μάλιστα μὲ τὴν τάση ποὺ εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο αἰῶνα καὶ ἤθελε ὅλες οἱ ἐκκλησίες νὰ ἀποτελοῦν ἐν δυνάμει μαρτύρια, μὲ τὴν κατοχὴ κάποιου τμήματος ἱεροῦ λειψάνου, ὁ Ἰουστινιανὸς ζήτησε τμήματα λειψάνων τῶν δύο Πρωταποστόλων, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν στάλθηκαν ποτέ, καθὼς ὁ Πάπας δὲν ἔδωσε τὴν ἔγκρισή του. Λείψανα τοῦ Ἄγ. Σεργίου εἶχαν ἤδη μεταφερθεῖ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου.

Παρὰ τὴν ἄρνηση τοῦ Πάπα, ὁ Ἰουστινιανὸς ξεκίνησε νὰ χτίζει τὸ συγκρότημα στὴν πρώτη του κατοικία, τὸ παλάτι τοῦ Ὀρμίσδα. Ὁ πρῶτος ναός, παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲν σώζεται, γνωρίζουμε ἀπὸ πηγὲς ὅτι ἦταν μιὰ τυπικὴ τρίκλιτη βασιλική, σύμφωνα μὲ τὰ Δυτικὰ πρότυπα καὶ συνδεόταν μὲ τὸν δεύτερο μὲ ἕνα κοινὸ αἴθριο.

Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγ. Σεργίου καὶ Βάκχου ἀποτελεῖ βασικὸ σταθμὸ γιὰ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ ποὺ θὰ ἀκολουθήσει τὰ ἑπόμενα χρόνια. Ὁ ναὸς ἀποτελεῖ ἕνα περίκεντρο κτήριο διπλοῦ κελύφους, μὲ νάρθηκα. Ὁ κύριος πυρῆνας ἀποτελεῖται δηλαδὴ ἀπὸ ἕνα ὀκτάγωνο, τὸ ὁποῖο τοποθετεῖται μᾶλλον κάπως ἀδέξια μέσα σὲ ἕνα ἀκανόνιστο τετράπλευρο, στὶς γωνίες τοῦ ὁποίου δημιουργοῦνται τέσσερεις κόγχες.

Τὸ κεντρικὸ τμῆμα, τὸ ὀκτάγωνο, διαμορφώνεται ἀπὸ τὴν ἐναλλαγὴ ἰσχυρῶν στοιχείων φέρουσας τοιχοποιίας (πεσσούς) καὶ κίονες. Οἱ κιονοστοιχίες τοποθετοῦνται ἐναλλὰξ σὲ εὐθεῖα καὶ σὲ ἡμικυκλικὴ μορφὴ (ἐξέδρα) φέροντες εὐθύγραμμο ἐπιστύλιο. Ἡ ἐναλλαγὴ τῶν εὐθύγραμμων τμημάτων μὲ τὶς ἐξέδρες δηλώνει τὴν ἐπιθυμία γιὰ ποικιλία.

Ἀνεβαίνοντας στὸν δεύτερο ὄροφο τὰ ἐπιστύλια διαμορφώνονται τοξωτά. Ἡ διαφοροποίηση αὐτὴ εἶναι δικαιολογημένη, ἂν λάβουμε ὑπόψη τὸν συντηρητισμὸ ποὺ κυριαρχεῖ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ στὴν πρωτεύουσα καὶ ἐπιβάλλει τὸ εὐθύγραμμο ἐπιστύλιο, ἀφήνοντας τὶς ἐλαφρότερες φόρμες γιὰ τὰ ψηλότερα μέρη. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ἄλλωστε, καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα εἴχαμε συνδυασμὸ ρυθμῶν, μὲ τὸν ἰωνικὸ νὰ τοποθετεῖται ὡς πιὸ ἐκλεπτυσμένος καὶ ἐλαφρὺς πάνω ἀπὸ τὸν δωρικό.

Τὸ σημαντικότερο ὅμως μέρος τοῦ ναοῦ εἶναι ὁ τροῦλος, ποὺ ἐφαρμόζεται γιὰ πρώτη φορά καὶ εἶναι τελείως διαφορετικὸς ἀπὸ ὅ,τι εἶχε μέχρι τότε δοκιμαστεῖ. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ ἐσωτερικὸς ὀκταγωνικὸς δακτύλιος ἐνισχύεται ὅσον ἀφορᾶ τὴν στατικότητα  ἀνάμεσα στὰ ζεύγη κιόνων ἀπὸ ἰσχυροὺς πεσσούς. Οἱ πεσσοὶ συνεχίζουν καὶ στὸν δεύτερο ὄροφο καὶ καλύπτονται μὲ τόξα. Δὲν ἔχουν ὅμως ὅλα τὰ τόξα τὴν ἴδια ἀντιστήριξη. Τὰ τόξα ποὺ διαμορφώνονται πάνω ἀπὸ τὶς ἡμικυκλικὲς ἐξέδρες στηρίζονται ἀπὸ τεταρτοσφαίρια ποὺ συγκρατοῦν τὶς ἐξωτερικὲς ὠθήσεις ἀπὸ τὸν τροῦλο, ἐνῷ τὰ τόξα πάνω ἀπὸ τὰ εὐθύγραμμα τμήματα μὲ ἡμικυλινδρικὲς καμάρες ποὺ κλείνουν μὲ τύμπανα καὶ συγκρατοῦν τὶς κάθετες ὠθήσεις ποὺ παράγονται ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ τρούλου. Ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ἡ Ἀνατολικὴ πλευρά, στὴν ὁποία διαμορφώνεται ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ.

Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸ ὀκτάγωνο σὲ μιὰ κυκλικὴ βάση, ἡ ὁποία θὰ στηρίξει τὸν τροῦλο, γίνεται μὲ τὶς τριγωνικὲς ἐπιφάνειες ποὺ διαμορφώνονται ἀνάμεσα στὰ τόξα καὶ ὀνομάζονται σφαιρικὰ τρίγωνα. Πάνω στὴν στρογγυλὴ βάση ποὺ διαμορφώνεται ἀπὸ τὰ σφαιρικὰ τρίγωνα καὶ τὶς κορυφὲς τῶν τόξων στηρίζεται ὁ κτιστὸς τροῦλος, ποὺ  εἶναι καὶ ὁ παλαιότερος σωζόμενος βυζαντινός. Διαμορφώνεται μὲ πτυχώσεις ἐσωτερικὰ θυμίζοντας κολοκύθα (pumpkin dome), ἐνῷ ἐξωτερικὰ καλύπτεται μὲ μεταλλικὴ στέγη.

Ὁ ἀρχιτεκτονικὸς τύπος αὐτὸς εἶχε χρησιμοποιηθεῖ καὶ παλαιότερα σὲ ναοὺς ἀφιερωμένους στὸν Ἅγιο Σέργιο στὴν Συρία ὅπου καὶ ἦταν ἰδιαίτερα ἀγαπητός. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου στὴ Βόσρα τῆς Συρίας.

Ὁ ναὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα τετράκογχο, τὸ ὁποῖο τοποθετεῖται μέσα σὲ ἕνα ἀκανόνιστο τετράπλευρο μὲ κόγχες. Οἱ τέσσερεις κεντρικοὶ πεσσοὶ σὲ σχῆμα L μᾶς ὑποδεικνύουν ὅτι στὰ σημεῖα αὐτὰ ἡ κατασκευὴ χρειαζόταν ἐπιπλέον στήριξη, πρᾶγμα ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι μᾶλλον ὑπῆρχε τριγωνικὴ στέγη. Ἡ πιθανότητα τρούλου εἶναι μᾶλλον ἀπίθανη, ἂν κρίνουμε μὲ βάση τὰ κενὰ ποὺ ὑπάρχουν ἀνάμεσα στοὺς δύο ἐσωτερικοὺς κίονες κάθε κιονοστοιχίας, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν τὸ βάρος μιᾶς χτιστῆς κατασκευῆς, ἀντίστοιχης τοῦ τρούλου ποὺ ἔχουμε στὸν Ἅγιο Σέργιο καὶ Βάκχο τῆς Κωνσταντινούπολης.

Ἕνα ἀκόμη παράδειγμα ναοῦ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Σέργιο ἔχουμε ἀπὸ τὴν Ρέσαφα- Σεργιούπολη τῆς Συρίας, πόλη ποὺ εἶχε πολιοῦχο Ἅγιο τὸν Σέργιο, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ προστάτης τῶν στρατιωτῶν τῆς περιοχῆς.

Ὁ ναὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα ὀρθογώνιο κεντρικὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖο σύμφωνα μὲ ὁρισμένους ἐρευνητὲς ἴσως διέθετε τροῦλο, πρᾶγμα γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε σίγουροι. Τὸ κτήριο γενικότερα ἀποτελεῖ ἕνα τετράκογχο (σχηματισμὸς ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερεις κόγχες), τὸ ὁποῖο ἐπαναλαμβάνεται καὶ στὸ ἐξωτερικὸ κέλυφος τοῦ ναοῦ (ναὸς διπλοῦ κελύφους).

Καὶ τὰ δύο αὐτὰ κτήρια πρέπει νὰ ἦταν γνωστὰ στὸν Ἰουστινιανό, καθὼς ἔχουν πολλὲς ὁμοιότητες μὲ τὸν ναὸ στὴν Κωνσταντινούπολη. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ τὴν οἰκοδόμηση ἑνὸς ναοῦ ἀφιερωμένου σὲ δύο Ἁγίους Ἀνατολικῆς προέλευσης προτιμάει τὸν τύπο ποὺ ἔχει υἱοθετηθεῖ στὸ Ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς Αὐτοκρατορίας, κατὰ ἀντιστοιχία μὲ τὴν ἐπιλογὴ τῆς βασιλικῆς γιὰ τὸν ναὸ τῶν Ἀποστόλων ποὺ ἀποτελοῦν πρῶτοι ἱδρυτὲς τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας.

Προκειμένου ἑπομένως νὰ πετύχει αὐτὸ ποὺ θέλει, τὴν μεταφορικὴ ἕνωση τῶν δύο ἐκκλησιῶν, κυρίως δηλαδὴ τὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξη καὶ ἀλληλοαποδοχὴ τῆς Ρώμης καὶ τῶν μονοφυσιτιστῶν, ποὺ ἀποτελοῦσαν ἐκείνη τὴν περίοδο τὸν πρῶτο καὶ σπουδαιότερο λόγο ἔριδας στὴν αὐτοκρατορία, εἰκονογραφεῖ μὲ τὸν κοινὸ χῶρο λατρείας τὶς πολιτικές του βλέψεις.

Ἡ προσπάθεια ὡστόσο τοῦ Ἰουστινιανοῦ γιὰ ἠπιότερη μεταχείριση τῶν μονοφυσιτιστῶν στὶς μακρινὲς ἐπαρχίες τῆς Συρίας καὶ τῆς Παλαιστίνης, ποὺ ὑποβοηθήθηκε σὲ μεγάλο βαθμό καὶ ἀπὸ τὴν Αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, ἡ ὁποία θεωροῦσε ὅτι τὸ κράτος, ἔχοντας τὶς βάσεις του στὴν Ἀνατολή, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίζει καὶ τὶς ἀνατολικότερες ἐπαρχίες του γιὰ νὰ μὴν τὶς χάσει-πρᾶγμα ποὺ συνέβη ἀργότερα ἐπὶ Ἡρακλείου- εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἔντονη ἀντίδραση τοῦ Πάπα Ἀγαπητοῦ, στὸν ὁποῖο κατέφυγαν οἱ ὀρθόδοξοι τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ Πάπας ἀνάγκασε τὸν Αὐτοκράτορα νὰ ἀλλάξει τὸν Πάπα καὶ νὰ ἐπιτρέψει σκληροὺς διωγμοὺς σὲ βάρος τῶν αἱρετικῶν. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν διωγμῶν αὐτῶν πολλοὶ μονοφυσίτες κατέφυγαν καὶ στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Σεργίου καὶ Βάκχου.

Ἡ υἱοθέτηση, λοιπόν, τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ τύπου ποὺ ἐφαρμόζεται στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Σεργίου καὶ Βάκχου εἶναι καθαρὰ ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ μὲ τὴν σειρά της ἐπηρεάζει τὴν μετέπειτα οἰκοδομικὴ δραστηριότητα τῆς Αὐτοκρατορίας, ποὺ θὰ ὁδηγηθεῖ σὲ νέους τύπους ναῶν μέσα ἀπὸ τὸν συνδυασμὸ τῶν ἑτερόκλητων στοιχείων Ἀνατολῆς Δύσης. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τῆς σύζευξης τῶν ἀρχιτεκτονικῶν τύπων σὲ ἕνα πλέον κτήριο, τὸ Ἀριστούργημα τῆς Βυζαντινῆς ναοδομίας, ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Σοφίας, ποὺ ἐνσωματώνει κατὰ τὸ ἥμισυ ἕνα τετράκογχο πρὸς Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἐνῷ παράλληλα χρησιμοποιεῖ καὶ τὴν δρομικὴ μορφὴ μιᾶς βασιλικῆς στὸν ἄξονα Βορρᾶ-Νότου.

Δήμητρας Σικαλίδου
Φοιτήτριας τοῦ Τμήματος Ἱστορίας καὶ Ἀρχαιολογίας ΑΠΘ

 

 

0 Σχόλια

Άφησε ένα σχόλιο

©2017 Eikonografies.com - Community & Media Όροι χρήσης | Cookies | Επικοινωνία | Design and Development by Studio el Greco

Κοινοποιήσεις
ή

Συνδεθείτε με τα στοιχεία σας

ή    

Ξεχάσατε τα στοιχεία σας;

ή

Create Account